to sail (in a boat)
Πλήρης κλίση του ρήματος πλέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πλέω
εσύ πλέεις
αυτός/αυτή/αυτό πλέει
εμείς πλέουμε
εσείς πλέετε
αυτοί/αυτές/αυτά πλέουν / πλέουνε
Παρατατικός
εγώ έπλεα
εσύ έπλεες
αυτός/αυτή/αυτό έπλεε
εμείς πλέαμε
εσείς πλέατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπλεαν / πλέαν / πλέανε
Αόριστος
εγώ έπλευσα
εσύ έπλευσες
αυτός/αυτή/αυτό έπλευσε
εμείς πλεύσαμε
εσείς πλεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπλευσαν / πλεύσαν / πλεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πλέω
εσύ θα πλέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλέει
εμείς θα πλέουμε
εσείς θα πλέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλέουν / θα πλέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλεύσω
εσύ θα πλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πλεύσει
εμείς θα πλεύσουμε
εσείς θα πλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πλεύσουν / θα πλεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πλεύσω
εσύ να πλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πλεύσει
εμείς να πλεύσουμε
εσείς να πλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πλεύσουν / πλεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πλεύσει
εσύ έχεις πλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πλεύσει
εμείς έχουμε πλεύσει
εσείς έχετε πλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πλεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πλεύσει
εσύ είχες πλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πλεύσει
εμείς είχαμε πλεύσει
εσείς είχατε πλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πλεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πλεύσει
εσύ θα έχεις πλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πλεύσει
εμείς θα έχουμε πλεύσει
εσείς θα έχετε πλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πλεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πλέε
(εσείς) πλέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πλεύσε
(εσείς) πλεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πλέοντας / έχοντας πλεύσει
Απαρέμφατο
πλεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.