to blow, go down on, give head, suck off (to fellate the penis)
Πλήρης κλίση του ρήματος πιπώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πιπώνω
εσύ πιπώνεις
αυτός/αυτή/αυτό πιπώνει
εμείς πιπώνουμε
εσείς πιπώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά πιπώνουν / πιπώνουνε
Παρατατικός
εγώ πίπωνα
εσύ πίπωνες
αυτός/αυτή/αυτό πίπωνε
εμείς πιπώναμε
εσείς πιπώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πίπωναν / πιπώναν / πιπώνανε
Αόριστος
εγώ πίπωσα
εσύ πίπωσες
αυτός/αυτή/αυτό πίπωσε
εμείς πιπώσαμε
εσείς πιπώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πίπωσαν / πιπώσαν / πιπώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πιπώνω
εσύ θα πιπώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πιπώνει
εμείς θα πιπώνουμε
εσείς θα πιπώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιπώνουν / θα πιπώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιπώσω
εσύ θα πιπώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πιπώσει
εμείς θα πιπώσουμε
εσείς θα πιπώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιπώσουν / θα πιπώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πιπώσω
εσύ να πιπώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πιπώσει
εμείς να πιπώσουμε
εσείς να πιπώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πιπώσουν / πιπώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πιπώσει
εσύ έχεις πιπώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πιπώσει
εμείς έχουμε πιπώσει
εσείς έχετε πιπώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πιπώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πιπώσει
εσύ είχες πιπώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πιπώσει
εμείς είχαμε πιπώσει
εσείς είχατε πιπώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πιπώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πιπώσει
εσύ θα έχεις πιπώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πιπώσει
εμείς θα έχουμε πιπώσει
εσείς θα έχετε πιπώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πιπώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πίπωνε
(εσείς) πιπώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πίπωσε
(εσείς) πιπώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πιπώνομαι
εσύ πιπώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πιπώνεται
εμείς πιπωνόμαστε
εσείς πιπώνεστε / πιπωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πιπώνονται
Παρατατικός
εγώ πιπωνόμουν / πιπωνόμουνα
εσύ πιπωνόσουν / πιπωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πιπωνόταν / πιπωνότανε
εμείς πιπωνόμασταν / πιπωνόμαστε
εσείς πιπωνόσασταν / πιπωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πιπώνονταν / πιπωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ πιπώθηκα
εσύ πιπώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πιπώθηκε
εμείς πιπωθήκαμε
εσείς πιπωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιπώθηκαν / πιπωθήκαν / πιπωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πιπώνομαι
εσύ θα πιπώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πιπώνεται
εμείς θα πιπωνόμαστε
εσείς θα πιπώνεστε / θα πιπωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιπώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιπωθώ
εσύ θα πιπωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πιπωθεί
εμείς θα πιπωθούμε
εσείς θα πιπωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιπωθούν / θα πιπωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πιπωθώ
εσύ να πιπωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πιπωθεί
εμείς να πιπωθούμε
εσείς να πιπωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πιπωθούν / πιπωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πιπωθεί
εσύ έχεις πιπωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πιπωθεί
εμείς έχουμε πιπωθεί
εσείς έχετε πιπωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πιπωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πιπωθεί
εσύ είχες πιπωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πιπωθεί
εμείς είχαμε πιπωθεί
εσείς είχατε πιπωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πιπωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πιπωθεί
εσύ θα έχεις πιπωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πιπωθεί
εμείς θα έχουμε πιπωθεί
εσείς θα έχετε πιπωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πιπωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πιπώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πιπώσου
(εσείς) πιπωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πιπώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πιπώσει
Μετοχή παρακειμένου
πιπωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πιπώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πιπωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.