to pilot
Πλήρης κλίση του ρήματος πιλοτάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πιλοτάρω
εσύ πιλοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό πιλοτάρει
εμείς πιλοτάρουμε
εσείς πιλοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά πιλοτάρουν / πιλοτάρουνε
Παρατατικός
εγώ πιλόταρα / πιλοτάριζα
εσύ πιλόταρες / πιλοτάριζες
αυτός/αυτή/αυτό πιλόταρε / πιλοτάριζε
εμείς πιλοτάραμε
εσείς πιλοτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιλόταραν / πιλοτάραν / πιλοτάρανε / πιλοτάριζαν
Αόριστος
εγώ πιλόταρα / πιλοτάρισα
εσύ πιλόταρες / πιλοτάρισες
αυτός/αυτή/αυτό πιλόταρε / πιλοτάρισε
εμείς πιλοτάραμε
εσείς πιλοτάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιλόταραν / πιλοτάραν / πιλοτάρανε / πιλοτάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πιλοτάρω
εσύ θα πιλοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πιλοτάρει
εμείς θα πιλοτάρουμε
εσείς θα πιλοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιλοτάρουν / θα πιλοτάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιλοτάρω
εσύ θα πιλοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πιλοτάρει
εμείς θα πιλοτάρουμε
εσείς θα πιλοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιλοτάρουν / θα πιλοτάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πιλοτάρω
εσύ να πιλοτάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να πιλοτάρει
εμείς να πιλοτάρουμε
εσείς να πιλοτάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πιλοτάρουν / πιλοτάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πιλοτάρει
εσύ έχεις πιλοτάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πιλοτάρει
εμείς έχουμε πιλοτάρει
εσείς έχετε πιλοτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πιλοτάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πιλοτάρει
εσύ είχες πιλοτάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πιλοτάρει
εμείς είχαμε πιλοτάρει
εσείς είχατε πιλοτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πιλοτάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πιλοτάρει
εσύ θα έχεις πιλοτάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πιλοτάρει
εμείς θα έχουμε πιλοτάρει
εσείς θα έχετε πιλοτάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πιλοτάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πιλόταρε / πιλοτάριζε
(εσείς) πιλοτάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πιλόταρε / πιλοτάρισε
(εσείς) πιλοτάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πιλοτάρομαι
εσύ πιλοτάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πιλοτάρεται
εμείς πιλοταριζόμαστε
εσείς πιλοτάρεστε / πιλοταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πιλοτάρονται
Παρατατικός
εγώ πιλοταριζόμουν / πιλοταριζόμουνα
εσύ πιλοταριζόσουν / πιλοταριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πιλοταριζόταν / πιλοταριζότανε
εμείς πιλοταριζόμασταν / πιλοταριζόμαστε
εσείς πιλοταριζόσασταν / πιλοταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πιλοτάρονταν / πιλοταριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πιλοταρίστηκα
εσύ πιλοταρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πιλοταρίστηκε
εμείς πιλοταριστήκαμε
εσείς πιλοταριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιλοταρίστηκαν / πιλοταριστήκαν / πιλοταριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πιλοτάρομαι
εσύ θα πιλοτάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πιλοτάρεται
εμείς θα πιλοταριζόμαστε
εσείς θα πιλοτάρεστε / θα πιλοταριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιλοτάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιλοταριστώ
εσύ θα πιλοταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πιλοταριστεί
εμείς θα πιλοταριστούμε
εσείς θα πιλοταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιλοταριστούν / θα πιλοταριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πιλοταριστώ
εσύ να πιλοταριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πιλοταριστεί
εμείς να πιλοταριστούμε
εσείς να πιλοταριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πιλοταριστούν / πιλοταριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πιλοταριστεί
εσύ έχεις πιλοταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πιλοταριστεί
εμείς έχουμε πιλοταριστεί
εσείς έχετε πιλοταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πιλοταριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πιλοταριστεί
εσύ είχες πιλοταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πιλοταριστεί
εμείς είχαμε πιλοταριστεί
εσείς είχατε πιλοταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πιλοταριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πιλοταριστεί
εσύ θα έχεις πιλοταριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πιλοταριστεί
εμείς θα έχουμε πιλοταριστεί
εσείς θα έχετε πιλοταριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πιλοταριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πιλοτάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πιλοταρίσου
(εσείς) πιλοταριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πιλοτάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πιλοτάρει
Απαρέμφατο
πιλοτάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πιλοταριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.