Κλίση του ρήματος πικραίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πικραίνω
to embitter, to make bitter (cause someone to feel bitterness)
Πλήρης κλίση του ρήματος πικραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πικραίνω
εσύ πικραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό πικραίνει
εμείς πικραίνουμε
εσείς πικραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά πικραίνουν / πικραίνουνε

Παρατατικός

εγώ πίκραινα
εσύ πίκραινες
αυτός/αυτή/αυτό πίκραινε
εμείς πικραίναμε
εσείς πικραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πίκραιναν / πικραίναν / πικραίνανε

Αόριστος

εγώ πίκρανα
εσύ πίκρανες
αυτός/αυτή/αυτό πίκρανε
εμείς πικράναμε
εσείς πικράνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πίκραναν / πικράναν / πικράνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πικραίνω
εσύ θα πικραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πικραίνει
εμείς θα πικραίνουμε
εσείς θα πικραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πικραίνουν / θα πικραίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πικράνω
εσύ θα πικράνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πικράνει
εμείς θα πικράνουμε
εσείς θα πικράνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πικράνουν / θα πικράνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πικράνω
εσύ να πικράνεις
αυτός/αυτή/αυτό να πικράνει
εμείς να πικράνουμε
εσείς να πικράνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πικράνουν / πικράνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πικράνει
εσύ έχεις πικράνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πικράνει
εμείς έχουμε πικράνει
εσείς έχετε πικράνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πικράνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πικράνει
εσύ είχες πικράνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πικράνει
εμείς είχαμε πικράνει
εσείς είχατε πικράνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πικράνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πικράνει
εσύ θα έχεις πικράνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πικράνει
εμείς θα έχουμε πικράνει
εσείς θα έχετε πικράνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πικράνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πίκραινε
(εσείς) πικραίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πίκρανε
(εσείς) πικράνετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πικραίνομαι
εσύ πικραίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πικραίνεται
εμείς πικραινόμαστε
εσείς πικραίνεστε / πικραινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πικραίνονται

Παρατατικός

εγώ πικραινόμουν / πικραινόμουνα
εσύ πικραινόσουν / πικραινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πικραινόταν / πικραινότανε
εμείς πικραινόμασταν / πικραινόμαστε
εσείς πικραινόσασταν / πικραινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πικραίνονταν / πικραινόντουσαν

Αόριστος

εγώ πικράθηκα
εσύ πικράθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πικράθηκε
εμείς πικραθήκαμε
εσείς πικραθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πικράθηκαν / πικραθήκαν / πικραθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πικραίνομαι
εσύ θα πικραίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πικραίνεται
εμείς θα πικραινόμαστε
εσείς θα πικραίνεστε / θα πικραινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πικραίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πικραθώ
εσύ θα πικραθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πικραθεί
εμείς θα πικραθούμε
εσείς θα πικραθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πικραθούν / θα πικραθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πικραθώ
εσύ να πικραθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πικραθεί
εμείς να πικραθούμε
εσείς να πικραθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πικραθούν / πικραθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πικραθεί
εσύ έχεις πικραθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πικραθεί
εμείς έχουμε πικραθεί
εσείς έχετε πικραθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πικραθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πικραθεί
εσύ είχες πικραθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πικραθεί
εμείς είχαμε πικραθεί
εσείς είχατε πικραθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πικραθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πικραθεί
εσύ θα έχεις πικραθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πικραθεί
εμείς θα έχουμε πικραθεί
εσείς θα έχετε πικραθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πικραθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) πικραίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) πικραθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πικραίνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας πικράνει

Μετοχή παρακειμένου

πικραμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πικράνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

πικραθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.