to conjecture, to hypothesize, to speculate, to suppose, to think likely/probable
Πλήρης κλίση του ρήματος πιθανολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πιθανολογώ
εσύ πιθανολογείς
αυτός/αυτή/αυτό πιθανολογεί
εμείς πιθανολογούμε
εσείς πιθανολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά πιθανολογούν / πιθανολογούνε
Παρατατικός
εγώ πιθανολογούσα
εσύ πιθανολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό πιθανολογούσε
εμείς πιθανολογούσαμε
εσείς πιθανολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιθανολογούσαν / πιθανολογούσανε
Αόριστος
εγώ πιθανολόγησα
εσύ πιθανολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό πιθανολόγησε
εμείς πιθανολογήσαμε
εσείς πιθανολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιθανολόγησαν / πιθανολογήσαν / πιθανολογήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πιθανολογώ
εσύ θα πιθανολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πιθανολογεί
εμείς θα πιθανολογούμε
εσείς θα πιθανολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιθανολογούν / θα πιθανολογούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιθανολογήσω
εσύ θα πιθανολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πιθανολογήσει
εμείς θα πιθανολογήσουμε
εσείς θα πιθανολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιθανολογήσουν / θα πιθανολογήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πιθανολογήσω
εσύ να πιθανολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πιθανολογήσει
εμείς να πιθανολογήσουμε
εσείς να πιθανολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πιθανολογήσουν / πιθανολογήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πιθανολογήσει
εσύ έχεις πιθανολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πιθανολογήσει
εμείς έχουμε πιθανολογήσει
εσείς έχετε πιθανολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πιθανολογήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πιθανολογήσει
εσύ είχες πιθανολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πιθανολογήσει
εμείς είχαμε πιθανολογήσει
εσείς είχατε πιθανολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πιθανολογήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πιθανολογήσει
εσύ θα έχεις πιθανολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πιθανολογήσει
εμείς θα έχουμε πιθανολογήσει
εσείς θα έχετε πιθανολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πιθανολογήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πιθανολογείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πιθανολόγησε
(εσείς) πιθανολογήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πιθανολογούμαι
εσύ πιθανολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό πιθανολογείται
εμείς πιθανολογούμαστε
εσείς πιθανολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά πιθανολογούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό πιθανολογούνταν / πιθανολογείτο
εμείς πιθανολογούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πιθανολογούνταν / πιθανολογούντο
Αόριστος
εγώ πιθανολογήθηκα
εσύ πιθανολογήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πιθανολογήθηκε
εμείς πιθανολογηθήκαμε
εσείς πιθανολογηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πιθανολογήθηκαν / πιθανολογηθήκαν / πιθανολογηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πιθανολογούμαι
εσύ θα πιθανολογείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πιθανολογείται
εμείς θα πιθανολογούμαστε
εσείς θα πιθανολογείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιθανολογούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιθανολογηθώ
εσύ θα πιθανολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πιθανολογηθεί
εμείς θα πιθανολογηθούμε
εσείς θα πιθανολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πιθανολογηθούν / θα πιθανολογηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πιθανολογηθώ
εσύ να πιθανολογηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πιθανολογηθεί
εμείς να πιθανολογηθούμε
εσείς να πιθανολογηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πιθανολογηθούν / πιθανολογηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πιθανολογηθεί
εσύ έχεις πιθανολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πιθανολογηθεί
εμείς έχουμε πιθανολογηθεί
εσείς έχετε πιθανολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πιθανολογηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πιθανολογηθεί
εσύ είχες πιθανολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πιθανολογηθεί
εμείς είχαμε πιθανολογηθεί
εσείς είχατε πιθανολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πιθανολογηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πιθανολογηθεί
εσύ θα έχεις πιθανολογηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πιθανολογηθεί
εμείς θα έχουμε πιθανολογηθεί
εσείς θα έχετε πιθανολογηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πιθανολογηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πιθανολογείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πιθανολογήσου
(εσείς) πιθανολογηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πιθανολογώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πιθανολογήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πιθανολογούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
πιθανολογημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πιθανολογήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πιθανολογηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.