to succeed, accomplish, achieve
Πλήρης κλίση του ρήματος πετυχαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πετυχαίνω
εσύ πετυχαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό πετυχαίνει
εμείς πετυχαίνουμε
εσείς πετυχαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά πετυχαίνουν / πετυχαίνουνε
Παρατατικός
εγώ πετύχαινα
εσύ πετύχαινες
αυτός/αυτή/αυτό πετύχαινε
εμείς πετυχαίναμε
εσείς πετυχαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πετύχαιναν / πετυχαίναν / πετυχαίνανε
Αόριστος
εγώ πέτυχα
εσύ πέτυχες
αυτός/αυτή/αυτό πέτυχε
εμείς πετύχαμε
εσείς πετύχατε
αυτοί/αυτές/αυτά πέτυχαν / πετύχαν / πετύχανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πετυχαίνω
εσύ θα πετυχαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πετυχαίνει
εμείς θα πετυχαίνουμε
εσείς θα πετυχαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πετυχαίνουν / θα πετυχαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πετύχω
εσύ θα πετύχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πετύχει
εμείς θα πετύχουμε
εσείς θα πετύχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πετύχουν / θα πετύχουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πετύχω
εσύ να πετύχεις
αυτός/αυτή/αυτό να πετύχει
εμείς να πετύχουμε
εσείς να πετύχετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πετύχουν / πετύχουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πετύχει
εσύ έχεις πετύχει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πετύχει
εμείς έχουμε πετύχει
εσείς έχετε πετύχει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πετύχει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πετύχει
εσύ είχες πετύχει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πετύχει
εμείς είχαμε πετύχει
εσείς είχατε πετύχει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πετύχει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πετύχει
εσύ θα έχεις πετύχει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πετύχει
εμείς θα έχουμε πετύχει
εσείς θα έχετε πετύχει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πετύχει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πετύχαινε
(εσείς) πετυχαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πέτυχε
(εσείς) πετύχετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πετυχαίνοντας / έχοντας πετύχει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πετυχημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πετύχει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.