to be left over, to be to spare
Πλήρης κλίση του ρήματος περισσεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περισσεύω
εσύ περισσεύεις
αυτός/αυτή/αυτό περισσεύει
εμείς περισσεύουμε
εσείς περισσεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά περισσεύουν / περισσεύουνε
Παρατατικός
εγώ περίσσευα
εσύ περίσσευες
αυτός/αυτή/αυτό περίσσευε
εμείς περισσεύαμε
εσείς περισσεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά περίσσευαν / περισσεύαν / περισσεύανε
Αόριστος
εγώ περίσσεψα
εσύ περίσσεψες
αυτός/αυτή/αυτό περίσσεψε
εμείς περισσέψαμε
εσείς περισσέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά περίσσεψαν / περισσέψαν / περισσέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περισσεύω
εσύ θα περισσεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περισσεύει
εμείς θα περισσεύουμε
εσείς θα περισσεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περισσεύουν / θα περισσεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περισσέψω
εσύ θα περισσέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περισσέψει
εμείς θα περισσέψουμε
εσείς θα περισσέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περισσέψουν / θα περισσέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περισσέψω
εσύ να περισσέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να περισσέψει
εμείς να περισσέψουμε
εσείς να περισσέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να περισσέψουν / περισσέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περισσέψει
εσύ έχεις περισσέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περισσέψει
εμείς έχουμε περισσέψει
εσείς έχετε περισσέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περισσέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περισσέψει
εσύ είχες περισσέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περισσέψει
εμείς είχαμε περισσέψει
εσείς είχατε περισσέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περισσέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περισσέψει
εσύ θα έχεις περισσέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περισσέψει
εμείς θα έχουμε περισσέψει
εσείς θα έχετε περισσέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περισσέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) περίσσευε
(εσείς) περισσεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περίσσεψε
(εσείς) περισσέψτε / περισσεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
περισσεύοντας / έχοντας περισσέψει
Απαρέμφατο
περισσέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.