Κλίση του ρήματος περιπλέω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

περιπλέω
to sail round, circumnavigate
Πλήρης κλίση του ρήματος περιπλέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ περιπλέω
εσύ περιπλέεις
αυτός/αυτή/αυτό περιπλέει
εμείς περιπλέουμε
εσείς περιπλέετε
αυτοί/αυτές/αυτά περιπλέουν / περιπλέουνε

Παρατατικός

εγώ περιέπλεα
εσύ περιέπλεες
αυτός/αυτή/αυτό περιέπλεε
εμείς περιπλέαμε
εσείς περιπλέατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέπλεαν / περιπλέαν / περιπλέανε

Αόριστος

εγώ περιέπλευσα
εσύ περιέπλευσες
αυτός/αυτή/αυτό περιέπλευσε
εμείς περιπλεύσαμε
εσείς περιπλεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέπλευσαν / περιπλεύσαν / περιπλεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα περιπλέω
εσύ θα περιπλέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιπλέει
εμείς θα περιπλέουμε
εσείς θα περιπλέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιπλέουν / θα περιπλέουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα περιπλεύσω
εσύ θα περιπλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιπλεύσει
εμείς θα περιπλεύσουμε
εσείς θα περιπλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιπλεύσουν / θα περιπλεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να περιπλεύσω
εσύ να περιπλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να περιπλεύσει
εμείς να περιπλεύσουμε
εσείς να περιπλεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να περιπλεύσουν / περιπλεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω περιπλεύσει
εσύ έχεις περιπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιπλεύσει
εμείς έχουμε περιπλεύσει
εσείς έχετε περιπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιπλεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα περιπλεύσει
εσύ είχες περιπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιπλεύσει
εμείς είχαμε περιπλεύσει
εσείς είχατε περιπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιπλεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω περιπλεύσει
εσύ θα έχεις περιπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιπλεύσει
εμείς θα έχουμε περιπλεύσει
εσείς θα έχετε περιπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιπλεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) περίπλεε
(εσείς) περιπλέετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) περίπλευσε
(εσείς) περιπλεύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

περιπλέοντας / έχοντας περιπλεύσει

Απαρέμφατο

περιπλεύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.