to complicate
Πλήρης κλίση του ρήματος περιπλέκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περιπλέκω
εσύ περιπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό περιπλέκει
εμείς περιπλέκουμε
εσείς περιπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά περιπλέκουν / περιπλέκουνε
Παρατατικός
εγώ περιέπλεκα
εσύ περιέπλεκες
αυτός/αυτή/αυτό περιέπλεκε
εμείς περιπλέκαμε
εσείς περιπλέκατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέπλεκαν / περιπλέκαν / περιπλέκανε
Αόριστος
εγώ περιέπλεξα
εσύ περιέπλεξες
αυτός/αυτή/αυτό περιέπλεξε
εμείς περιπλέξαμε
εσείς περιπλέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέπλεξαν / περιπλέξαν / περιπλέξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περιπλέκω
εσύ θα περιπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιπλέκει
εμείς θα περιπλέκουμε
εσείς θα περιπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιπλέκουν / θα περιπλέκουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιπλέξω
εσύ θα περιπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιπλέξει
εμείς θα περιπλέξουμε
εσείς θα περιπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιπλέξουν / θα περιπλέξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περιπλέξω
εσύ να περιπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να περιπλέξει
εμείς να περιπλέξουμε
εσείς να περιπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να περιπλέξουν / περιπλέξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περιπλέξει
εσύ έχεις περιπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιπλέξει
εμείς έχουμε περιπλέξει
εσείς έχετε περιπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιπλέξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περιπλέξει
εσύ είχες περιπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιπλέξει
εμείς είχαμε περιπλέξει
εσείς είχατε περιπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιπλέξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περιπλέξει
εσύ θα έχεις περιπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιπλέξει
εμείς θα έχουμε περιπλέξει
εσείς θα έχετε περιπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιπλέξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) περίπλεκε
(εσείς) περιπλέκετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περίπλεξε
(εσείς) περιπλέκετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περιπλέκομαι
εσύ περιπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό περιπλέκεται
εμείς περιπλεκόμαστε
εσείς περιπλέκεστε / περιπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περιπλέκονται
Παρατατικός
εγώ περιπλεκόμουν / περιπλεκόμουνα
εσύ περιπλεκόσουν / περιπλεκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό περιπλεκόταν / περιπλεκότανε
εμείς περιπλεκόμασταν / περιπλεκόμαστε
εσείς περιπλεκόσασταν / περιπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περιπλέκονταν / περιπλεκόντουσαν
Αόριστος
εγώ περιπλέχθηκα / περιπλέχτηκα
εσύ περιπλέχθηκες / περιπλέχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό περιπλέχθηκε / περιπλέχτηκε / περιεπλάκη
εμείς περιπλεχθήκαμε / περιπλεχτήκαμε
εσείς περιπλεχθήκατε / περιπλεχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιπλέχθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περιπλέκομαι
εσύ θα περιπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα περιπλέκεται
εμείς θα περιπλεκόμαστε
εσείς θα περιπλέκεστε / θα περιπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιπλέκονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιπλεχθώ / θα περιπλεχτώ
εσύ θα περιπλεχθείς / θα περιπλεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα περιπλεχθεί / θα περιπλεχτεί
εμείς θα περιπλεχθούμε / θα περιπλεχτούμε
εσείς θα περιπλεχθείτε / θα περιπλεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιπλεχθούν / θα περιπλεχθούνε / θα περιπλεχτούν / θα περιπλεχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περιπλεχθώ / περιπλεχτώ
εσύ να περιπλεχθείς / περιπλεχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εμείς να περιπλεχθούμε / περιπλεχτούμε
εσείς να περιπλεχθείτε / περιπλεχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να περιπλεχθούν / περιπλεχθούνε / περιπλεχτούν / περιπλεχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εσύ έχεις περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εμείς έχουμε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εσείς έχετε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εσύ είχες περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εμείς είχαμε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εσείς είχατε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εσύ θα έχεις περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εμείς θα έχουμε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
εσείς θα έχετε περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) περιπλέκεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) περιπλεχθείτε / περιπλεχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
περιπλέκοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας περιπλέξει
Μετοχή παρακειμένου
περιπλεγμένος, -η, -o
Απαρέμφατο
περιπλέξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
περιπλεχθεί / περιπλεχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.