to surround, to encircle (on all sides)
Πλήρης κλίση του ρήματος περικυκλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περικυκλώνω
εσύ περικυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό περικυκλώνει
εμείς περικυκλώνουμε
εσείς περικυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά περικυκλώνουν / περικυκλώνουνε
Παρατατικός
εγώ περικύκλωνα
εσύ περικύκλωνες
αυτός/αυτή/αυτό περικύκλωνε
εμείς περικυκλώναμε
εσείς περικυκλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά περικύκλωναν / περικυκλώναν / περικυκλώνανε
Αόριστος
εγώ περικύκλωσα
εσύ περικύκλωσες
αυτός/αυτή/αυτό περικύκλωσε
εμείς περικυκλώσαμε
εσείς περικυκλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά περικύκλωσαν / περικυκλώσαν / περικυκλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περικυκλώνω
εσύ θα περικυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περικυκλώνει
εμείς θα περικυκλώνουμε
εσείς θα περικυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περικυκλώνουν / θα περικυκλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περικυκλώσω
εσύ θα περικυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περικυκλώσει
εμείς θα περικυκλώσουμε
εσείς θα περικυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περικυκλώσουν / θα περικυκλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περικυκλώσω
εσύ να περικυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να περικυκλώσει
εμείς να περικυκλώσουμε
εσείς να περικυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να περικυκλώσουν / περικυκλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περικυκλώσει
εσύ έχεις περικυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περικυκλώσει
εμείς έχουμε περικυκλώσει
εσείς έχετε περικυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περικυκλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περικυκλώσει
εσύ είχες περικυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περικυκλώσει
εμείς είχαμε περικυκλώσει
εσείς είχατε περικυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περικυκλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περικυκλώσει
εσύ θα έχεις περικυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περικυκλώσει
εμείς θα έχουμε περικυκλώσει
εσείς θα έχετε περικυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περικυκλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) περικύκλωνε
(εσείς) περικυκλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περικύκλωσε
(εσείς) περικυκλώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περικυκλώνομαι
εσύ περικυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό περικυκλώνεται
εμείς περικυκλωνόμαστε
εσείς περικυκλώνεστε / περικυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περικυκλώνονται
Παρατατικός
εγώ περικυκλωνόμουν / περικυκλωνόμουνα
εσύ περικυκλωνόσουν / περικυκλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό περικυκλωνόταν / περικυκλωνότανε
εμείς περικυκλωνόμασταν / περικυκλωνόμαστε
εσείς περικυκλωνόσασταν / περικυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περικυκλώνονταν / περικυκλωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ περικυκλώθηκα
εσύ περικυκλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό περικυκλώθηκε
εμείς περικυκλωθήκαμε
εσείς περικυκλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά περικυκλώθηκαν / περικυκλωθήκαν / περικυκλωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περικυκλώνομαι
εσύ θα περικυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα περικυκλώνεται
εμείς θα περικυκλωνόμαστε
εσείς θα περικυκλώνεστε / θα περικυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περικυκλώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περικυκλωθώ
εσύ θα περικυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα περικυκλωθεί
εμείς θα περικυκλωθούμε
εσείς θα περικυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περικυκλωθούν / θα περικυκλωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περικυκλωθώ
εσύ να περικυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να περικυκλωθεί
εμείς να περικυκλωθούμε
εσείς να περικυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να περικυκλωθούν / περικυκλωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περικυκλωθεί
εσύ έχεις περικυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει περικυκλωθεί
εμείς έχουμε περικυκλωθεί
εσείς έχετε περικυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περικυκλωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περικυκλωθεί
εσύ είχες περικυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε περικυκλωθεί
εμείς είχαμε περικυκλωθεί
εσείς είχατε περικυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περικυκλωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περικυκλωθεί
εσύ θα έχεις περικυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περικυκλωθεί
εμείς θα έχουμε περικυκλωθεί
εσείς θα έχετε περικυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περικυκλωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) περικυκλώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περικυκλώσου
(εσείς) περικυκλωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
περικυκλώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας περικυκλώσει
Μετοχή παρακειμένου
περικυκλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
περικυκλώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
περικυκλωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.