to look after, care for, shelter, help (persons in need)
Πλήρης κλίση του ρήματος περιθάλπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περιθάλπω
εσύ περιθάλπεις
αυτός/αυτή/αυτό περιθάλπει
εμείς περιθάλπουμε
εσείς περιθάλπετε
Παρατατικός
εγώ περιέθαλπα
εσύ περιέθαλπες
αυτός/αυτή/αυτό περιέθαλπε
εμείς περιθάλπαμε
εσείς περιθάλπατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέθαλπαν
Αόριστος
εγώ περιέθαλψα
εσύ περιέθαλψες
αυτός/αυτή/αυτό περιέθαλψε
εμείς περιθάλψαμε
εσείς περιθάλψατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέθαλψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περιθάλπω
εσύ θα περιθάλπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιθάλπει
εμείς θα περιθάλπουμε
εσείς θα περιθάλπετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιθάλψω
εσύ θα περιθάλψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιθάλψει
εμείς θα περιθάλψουμε
εσείς θα περιθάλψετε
Υποτακτική (να)
εγώ να περιθάλψω
εσύ να περιθάλψεις
αυτός/αυτή/αυτό να περιθάλψει
εμείς να περιθάλψουμε
εσείς να περιθάλψετε
Παρακείμενος
εγώ έχω περιθάλψει
εσύ έχεις περιθάλψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιθάλψει
εμείς έχουμε περιθάλψει
εσείς έχετε περιθάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιθάλψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περιθάλψει
εσύ είχες περιθάλψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιθάλψει
εμείς είχαμε περιθάλψει
εσείς είχατε περιθάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιθάλψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περιθάλψει
εσύ θα έχεις περιθάλψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιθάλψει
εμείς θα έχουμε περιθάλψει
εσείς θα έχετε περιθάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιθάλψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) περίθαλπε
(εσείς) περιθάλπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περίθαλψε
(εσείς) περιθάλψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περιθάλπομαι
εσύ περιθάλπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό περιθάλπεται
εμείς περιθαλπόμαστε
εσείς περιθάλπεστε / περιθάλπεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά περιθάλπονται
Παρατατικός
εγώ περιθαλπόμουν
εσύ περιθαλπόσουν
αυτός/αυτή/αυτό περιθαλπόταν
εμείς περιθαλπόμασταν / ‑όμαστε
εσείς περιθαλπόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περιθάλπονταν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περιθάλπομαι
εσύ θα περιθάλπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα περιθάλπεται
εμείς θα περιθαλπόμαστε
εσείς θα περιθάλπεστε / θα περιθάλπεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιθάλπονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) περιθάλπεστε / περιθάλπεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περιθάλψου
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
περιθάλποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας περιθάλψει
Απαρέμφατο
περιθάλψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.