to coil, to wind
Πλήρης κλίση του ρήματος περιελίσσω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περιελίσσω
εσύ περιελίσσεις
αυτός/αυτή/αυτό περιελίσσει
εμείς περιελίσσουμε
εσείς περιελίσσετε
αυτοί/αυτές/αυτά περιελίσσουν / περιελίσσουνε
Παρατατικός
εγώ περιέλισσα
εσύ περιέλισσες
αυτός/αυτή/αυτό περιέλισσε
εμείς περιελίσσαμε
εσείς περιελίσσατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέλισσαν / περιελίσσαν / περιελίσσανε
Αόριστος
εγώ περιέλιξα
εσύ περιέλιξες
αυτός/αυτή/αυτό περιέλιξε
εμείς περιελίξαμε
εσείς περιελίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιέλιξαν / περιελίξαν / περιελίξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περιελίσσω
εσύ θα περιελίσσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιελίσσει
εμείς θα περιελίσσουμε
εσείς θα περιελίσσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιελίσσουν / θα περιελίσσουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιελίξω
εσύ θα περιελίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιελίξει
εμείς θα περιελίξουμε
εσείς θα περιελίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιελίξουν / θα περιελίξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περιελίξω
εσύ να περιελίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να περιελίξει
εμείς να περιελίξουμε
εσείς να περιελίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να περιελίξουν / περιελίξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περιελίξει
εσύ έχεις περιελίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιελίξει
εμείς έχουμε περιελίξει
εσείς έχετε περιελίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιελίξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περιελίξει
εσύ είχες περιελίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιελίξει
εμείς είχαμε περιελίξει
εσείς είχατε περιελίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιελίξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περιελίξει
εσύ θα έχεις περιελίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιελίξει
εμείς θα έχουμε περιελίξει
εσείς θα έχετε περιελίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιελίξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) περιέλισσε
(εσείς) περιελίσσετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περιέλιξε
(εσείς) περιελίξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ περιελίσσομαι
εσύ περιελίσσεσαι
αυτός/αυτή/αυτό περιελίσσεται
εμείς περιελισσόμαστε
εσείς περιελίσσεστε / περιελισσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περιελίσσονται
Παρατατικός
εγώ περιελισσόμουν / περιελισσόμουνα
εσύ περιελισσόσουν / περιελισσόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό περιελισσόταν / περιελισσότανε
εμείς περιελισσόμασταν / περιελισσόμαστε
εσείς περιελισσόσασταν / περιελισσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά περιελίσσονταν / περιελισσόντουσαν
Αόριστος
εγώ περιελίχθηκα
εσύ περιελίχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό περιελίχθηκε
εμείς περιελιχθήκαμε
εσείς περιελιχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιελίχθηκαν / περιελιχθήκαν / περιελιχθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα περιελίσσομαι
εσύ θα περιελίσσεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα περιελίσσεται
εμείς θα περιελισσόμαστε
εσείς θα περιελίσσεστε / θα περιελισσόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιελίσσονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιελιχθώ
εσύ θα περιελιχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα περιελιχθεί
εμείς θα περιελιχθούμε
εσείς θα περιελιχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιελιχθούν / θα περιελιχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να περιελιχθώ
εσύ να περιελιχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να περιελιχθεί
εμείς να περιελιχθούμε
εσείς να περιελιχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να περιελιχθούν / περιελιχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω περιελιχθεί
εσύ έχεις περιελιχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιελιχθεί
εμείς έχουμε περιελιχθεί
εσείς έχετε περιελιχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιελιχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα περιελιχθεί
εσύ είχες περιελιχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιελιχθεί
εμείς είχαμε περιελιχθεί
εσείς είχατε περιελιχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιελιχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω περιελιχθεί
εσύ θα έχεις περιελιχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιελιχθεί
εμείς θα έχουμε περιελιχθεί
εσείς θα έχετε περιελιχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιελιχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) περιελίσσεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) περιελίξου
(εσείς) περιελιχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
περιελίσσοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας περιελίξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
περιελισσόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
περιελιγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
περιελίξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
περιελιχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.