Κλίση του ρήματος περιαυτολογώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

περιαυτολογώ
to speak highly of oneself, to boast, to brag, to blow one's own trumpet, to toot one's own horn
Πλήρης κλίση του ρήματος περιαυτολογώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ περιαυτολογώ
εσύ περιαυτολογείς
αυτός/αυτή/αυτό περιαυτολογεί
εμείς περιαυτολογούμε
εσείς περιαυτολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά περιαυτολογούν / περιαυτολογούνε

Παρατατικός

εγώ περιαυτολογούσα
εσύ περιαυτολογούσες
αυτός/αυτή/αυτό περιαυτολογούσε
εμείς περιαυτολογούσαμε
εσείς περιαυτολογούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιαυτολογούσαν / περιαυτολογούσανε

Αόριστος

εγώ περιαυτολόγησα
εσύ περιαυτολόγησες
αυτός/αυτή/αυτό περιαυτολόγησε
εμείς περιαυτολογήσαμε
εσείς περιαυτολογήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά περιαυτολόγησαν / περιαυτολογήσαν / περιαυτολογήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα περιαυτολογώ
εσύ θα περιαυτολογείς
αυτός/αυτή/αυτό θα περιαυτολογεί
εμείς θα περιαυτολογούμε
εσείς θα περιαυτολογείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιαυτολογούν / θα περιαυτολογούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα περιαυτολογήσω
εσύ θα περιαυτολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα περιαυτολογήσει
εμείς θα περιαυτολογήσουμε
εσείς θα περιαυτολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα περιαυτολογήσουν / θα περιαυτολογήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να περιαυτολογήσω
εσύ να περιαυτολογήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να περιαυτολογήσει
εμείς να περιαυτολογήσουμε
εσείς να περιαυτολογήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να περιαυτολογήσουν / περιαυτολογήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω περιαυτολογήσει
εσύ έχεις περιαυτολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει περιαυτολογήσει
εμείς έχουμε περιαυτολογήσει
εσείς έχετε περιαυτολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν περιαυτολογήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα περιαυτολογήσει
εσύ είχες περιαυτολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε περιαυτολογήσει
εμείς είχαμε περιαυτολογήσει
εσείς είχατε περιαυτολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν περιαυτολογήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω περιαυτολογήσει
εσύ θα έχεις περιαυτολογήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει περιαυτολογήσει
εμείς θα έχουμε περιαυτολογήσει
εσείς θα έχετε περιαυτολογήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν περιαυτολογήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) περιαυτολογείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) περιαυτολόγησε
(εσείς) περιαυτολογήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

περιαυτολογώντας / έχοντας περιαυτολογήσει

Απαρέμφατο

περιαυτολογήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.