to hew, to carve, to chip, to chip away at, to chisel, to hack, to whittle (to shape a solid material by striking it with a cutting tool)
Πλήρης κλίση του ρήματος πελεκώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πελεκάω / πελεκώ
εσύ πελεκάς
αυτός/αυτή/αυτό πελεκάει / πελεκά
εμείς πελεκάμε / πελεκούμε
εσείς πελεκάτε
αυτοί/αυτές/αυτά πελεκάνε / πελεκάν / πελεκούν / πελεκούνε
Παρατατικός
εγώ πελεκούσα / πελέκαγα
εσύ πελεκούσες / πελέκαγες
αυτός/αυτή/αυτό πελεκούσε / πελέκαγε
εμείς πελεκούσαμε / πελεκάγαμε
εσείς πελεκούσατε / πελεκάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά πελεκούσαν / πελεκούσανε / πελέκαγαν / πελεκάγανε
Αόριστος
εγώ πελέκησα
εσύ πελέκησες
αυτός/αυτή/αυτό πελέκησε
εμείς πελεκήσαμε
εσείς πελεκήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πελέκησαν / πελεκήσαν / πελεκήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πελεκάω / θα πελεκώ
εσύ θα πελεκάς
αυτός/αυτή/αυτό θα πελεκάει / θα πελεκά
εμείς θα πελεκάμε / θα πελεκούμε
εσείς θα πελεκάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πελεκάνε / θα πελεκάν / θα πελεκούν / θα πελεκούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πελεκήσω
εσύ θα πελεκήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πελεκήσει
εμείς θα πελεκήσουμε
εσείς θα πελεκήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πελεκήσουν / θα πελεκήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πελεκήσω
εσύ να πελεκήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πελεκήσει
εμείς να πελεκήσουμε
εσείς να πελεκήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πελεκήσουν / πελεκήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πελεκήσει
εσύ έχεις πελεκήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πελεκήσει
εμείς έχουμε πελεκήσει
εσείς έχετε πελεκήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πελεκήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πελεκήσει
εσύ είχες πελεκήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πελεκήσει
εμείς είχαμε πελεκήσει
εσείς είχατε πελεκήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πελεκήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πελεκήσει
εσύ θα έχεις πελεκήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πελεκήσει
εμείς θα έχουμε πελεκήσει
εσείς θα έχετε πελεκήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πελεκήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πελέκα / πελέκαγε
(εσείς) πελεκάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πελέκησε / πελέκα
(εσείς) πελεκήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πελεκιέμαι
εσύ πελεκιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό πελεκιέται
εμείς πελεκιόμαστε
εσείς πελεκιέστε / πελεκιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πελεκιούνται / πελεκιόνται
Παρατατικός
εγώ πελεκιόμουν / πελεκιόμουνα
εσύ πελεκιόσουν / πελεκιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πελεκιόταν / πελεκιότανε
εμείς πελεκιόμασταν / πελεκιόμαστε
εσείς πελεκιόσασταν / πελεκιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πελεκιόνταν / πελεκιόντανε / πελεκιόντουσαν / πελεκιούνταν
Αόριστος
εγώ πελεκήθηκα
εσύ πελεκήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πελεκήθηκε
εμείς πελεκηθήκαμε
εσείς πελεκηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πελεκήθηκαν / πελεκηθήκαν / πελεκηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πελεκιέμαι
εσύ θα πελεκιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πελεκιέται
εμείς θα πελεκιόμαστε
εσείς θα πελεκιέστε / θα πελεκιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πελεκιούνται / θα πελεκιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πελεκηθώ
εσύ θα πελεκηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πελεκηθεί
εμείς θα πελεκηθούμε
εσείς θα πελεκηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πελεκηθούν / θα πελεκηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πελεκηθώ
εσύ να πελεκηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πελεκηθεί
εμείς να πελεκηθούμε
εσείς να πελεκηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πελεκηθούν / πελεκηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πελεκηθεί
εσύ έχεις πελεκηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πελεκηθεί
εμείς έχουμε πελεκηθεί
εσείς έχετε πελεκηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πελεκηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πελεκηθεί
εσύ είχες πελεκηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πελεκηθεί
εμείς είχαμε πελεκηθεί
εσείς είχατε πελεκηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πελεκηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πελεκηθεί
εσύ θα έχεις πελεκηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πελεκηθεί
εμείς θα έχουμε πελεκηθεί
εσείς θα έχετε πελεκηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πελεκηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πελεκιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πελεκήσου
(εσείς) πελεκηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πελεκώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πελεκήσει
Μετοχή παρακειμένου
πελεκημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πελεκήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πελεκηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.