Κλίση του ρήματος πεισμώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πεισμώνω
to be stubborn, to dig one's heels in
Πλήρης κλίση του ρήματος πεισμώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πεισμώνω
εσύ πεισμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό πεισμώνει
εμείς πεισμώνουμε
εσείς πεισμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά πεισμώνουν / πεισμώνουνε

Παρατατικός

εγώ πείσμωνα
εσύ πείσμωνες
αυτός/αυτή/αυτό πείσμωνε
εμείς πεισμώναμε
εσείς πεισμώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πείσμωναν / πεισμώναν / πεισμώνανε

Αόριστος

εγώ πείσμωσα
εσύ πείσμωσες
αυτός/αυτή/αυτό πείσμωσε
εμείς πεισμώσαμε
εσείς πεισμώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πείσμωσαν / πεισμώσαν / πεισμώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πεισμώνω
εσύ θα πεισμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πεισμώνει
εμείς θα πεισμώνουμε
εσείς θα πεισμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πεισμώνουν / θα πεισμώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πεισμώσω
εσύ θα πεισμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πεισμώσει
εμείς θα πεισμώσουμε
εσείς θα πεισμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πεισμώσουν / θα πεισμώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πεισμώσω
εσύ να πεισμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πεισμώσει
εμείς να πεισμώσουμε
εσείς να πεισμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πεισμώσουν / πεισμώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πεισμώσει
εσύ έχεις πεισμώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πεισμώσει
εμείς έχουμε πεισμώσει
εσείς έχετε πεισμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πεισμώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πεισμώσει
εσύ είχες πεισμώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πεισμώσει
εμείς είχαμε πεισμώσει
εσείς είχατε πεισμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πεισμώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πεισμώσει
εσύ θα έχεις πεισμώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πεισμώσει
εμείς θα έχουμε πεισμώσει
εσείς θα έχετε πεισμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πεισμώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πείσμωνε
(εσείς) πεισμώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πείσμωσε
(εσείς) πεισμώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πεισμώνοντας / έχοντας πεισμώσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

πεισμωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πεισμώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.