to experiment
Πλήρης κλίση του ρήματος πειραματίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πειραματίζομαι
εσύ πειραματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πειραματίζεται
εμείς πειραματιζόμαστε
εσείς πειραματίζεστε / πειραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πειραματίζονται
Παρατατικός
εγώ πειραματιζόμουν / πειραματιζόμουνα
εσύ πειραματιζόσουν / πειραματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πειραματιζόταν / πειραματιζότανε
εμείς πειραματιζόμασταν / πειραματιζόμαστε
εσείς πειραματιζόσασταν / πειραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πειραματίζονταν / πειραματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πειραματίστηκα
εσύ πειραματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πειραματίστηκε
εμείς πειραματιστήκαμε
εσείς πειραματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πειραματίστηκαν / πειραματιστήκαν / πειραματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πειραματίζομαι
εσύ θα πειραματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πειραματίζεται
εμείς θα πειραματιζόμαστε
εσείς θα πειραματίζεστε / θα πειραματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειραματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειραματιστώ
εσύ θα πειραματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πειραματιστεί
εμείς θα πειραματιστούμε
εσείς θα πειραματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειραματιστούν / θα πειραματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πειραματιστώ
εσύ να πειραματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πειραματιστεί
εμείς να πειραματιστούμε
εσείς να πειραματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πειραματιστούν / πειραματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πειραματιστεί
εσύ έχεις πειραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πειραματιστεί
εμείς έχουμε πειραματιστεί
εσείς έχετε πειραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πειραματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πειραματιστεί
εσύ είχες πειραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πειραματιστεί
εμείς είχαμε πειραματιστεί
εσείς είχατε πειραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πειραματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πειραματιστεί
εσύ θα έχεις πειραματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πειραματιστεί
εμείς θα έχουμε πειραματιστεί
εσείς θα έχετε πειραματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πειραματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πειραματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πειραματίσου
(εσείς) πειραματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
πειραματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.