Κλίση του ρήματος πεινάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

πεινάω
to be hungry, be famished
Πλήρης κλίση του ρήματος πεινάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ πεινάω / πεινώ
εσύ πεινάς
αυτός/αυτή/αυτό πεινάει / πεινά
εμείς πεινάμε / πεινούμε
εσείς πεινάτε
αυτοί/αυτές/αυτά πεινάνε / πεινάν / πεινούν / πεινούνε

Παρατατικός

εγώ πεινούσα / πείναγα
εσύ πεινούσες / πείναγες
αυτός/αυτή/αυτό πεινούσε / πείναγε
εμείς πεινούσαμε / πεινάγαμε
εσείς πεινούσατε / πεινάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά πεινούσαν / πεινούσανε / πείναγαν / πεινάγανε

Αόριστος

εγώ πείνασα
εσύ πείνασες
αυτός/αυτή/αυτό πείνασε
εμείς πεινάσαμε
εσείς πεινάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πείνασαν / πεινάσαν / πεινάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα πεινάω / θα πεινώ
εσύ θα πεινάς
αυτός/αυτή/αυτό θα πεινάει / θα πεινά
εμείς θα πεινάμε / θα πεινούμε
εσείς θα πεινάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πεινάνε / θα πεινάν / θα πεινούν / θα πεινούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα πεινάσω
εσύ θα πεινάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πεινάσει
εμείς θα πεινάσουμε
εσείς θα πεινάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πεινάσουν / θα πεινάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να πεινάσω
εσύ να πεινάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πεινάσει
εμείς να πεινάσουμε
εσείς να πεινάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πεινάσουν / πεινάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω πεινάσει
εσύ έχεις πεινάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πεινάσει
εμείς έχουμε πεινάσει
εσείς έχετε πεινάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πεινάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα πεινάσει
εσύ είχες πεινάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πεινάσει
εμείς είχαμε πεινάσει
εσείς είχατε πεινάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πεινάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω πεινάσει
εσύ θα έχεις πεινάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πεινάσει
εμείς θα έχουμε πεινάσει
εσείς θα έχετε πεινάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πεινάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) πείνα / πείναγε
(εσείς) πεινάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) πείνασε / πείνα
(εσείς) πεινάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

πεινώντας / έχοντας πεινάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

πεινασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

πεινάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.