to compel, force
Πλήρης κλίση του ρήματος πειθαναγκάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πειθαναγκάζω
εσύ πειθαναγκάζεις
αυτός/αυτή/αυτό πειθαναγκάζει
εμείς πειθαναγκάζουμε
εσείς πειθαναγκάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά πειθαναγκάζουν / πειθαναγκάζουνε
Παρατατικός
εγώ πειθανάγκαζα
εσύ πειθανάγκαζες
αυτός/αυτή/αυτό πειθανάγκαζε
εμείς πειθαναγκάζαμε
εσείς πειθαναγκάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά πειθανάγκαζαν / πειθαναγκάζαν / πειθαναγκάζανε
Αόριστος
εγώ πειθανάγκασα
εσύ πειθανάγκασες
αυτός/αυτή/αυτό πειθανάγκασε
εμείς πειθαναγκάσαμε
εσείς πειθαναγκάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πειθανάγκασαν / πειθαναγκάσαν / πειθαναγκάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πειθαναγκάζω
εσύ θα πειθαναγκάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πειθαναγκάζει
εμείς θα πειθαναγκάζουμε
εσείς θα πειθαναγκάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειθαναγκάζουν / θα πειθαναγκάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειθαναγκάσω
εσύ θα πειθαναγκάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πειθαναγκάσει
εμείς θα πειθαναγκάσουμε
εσείς θα πειθαναγκάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειθαναγκάσουν / θα πειθαναγκάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πειθαναγκάσω
εσύ να πειθαναγκάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πειθαναγκάσει
εμείς να πειθαναγκάσουμε
εσείς να πειθαναγκάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πειθαναγκάσουν / πειθαναγκάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πειθαναγκάσει
εσύ έχεις πειθαναγκάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πειθαναγκάσει
εμείς έχουμε πειθαναγκάσει
εσείς έχετε πειθαναγκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πειθαναγκάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πειθαναγκάσει
εσύ είχες πειθαναγκάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πειθαναγκάσει
εμείς είχαμε πειθαναγκάσει
εσείς είχατε πειθαναγκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πειθαναγκάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πειθαναγκάσει
εσύ θα έχεις πειθαναγκάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πειθαναγκάσει
εμείς θα έχουμε πειθαναγκάσει
εσείς θα έχετε πειθαναγκάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πειθαναγκάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πειθανάγκαζε
(εσείς) πειθαναγκάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πειθανάγκασε
(εσείς) πειθαναγκάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πειθαναγκάζομαι
εσύ πειθαναγκάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πειθαναγκάζεται
εμείς πειθαναγκαζόμαστε
εσείς πειθαναγκάζεστε / πειθαναγκαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πειθαναγκάζονται
Παρατατικός
εγώ πειθαναγκαζόμουν / πειθαναγκαζόμουνα
εσύ πειθαναγκαζόσουν / πειθαναγκαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πειθαναγκαζόταν / πειθαναγκαζότανε
εμείς πειθαναγκαζόμασταν / πειθαναγκαζόμαστε
εσείς πειθαναγκαζόσασταν / πειθαναγκαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πειθαναγκάζονταν / πειθαναγκαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πειθαναγκάστηκα / πειθαναγκάσθηκα
εσύ πειθαναγκάστηκες / πειθαναγκάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πειθαναγκάστηκε / πειθαναγκάσθηκε
εμείς πειθαναγκαστήκαμε / πειθαναγκασθήκαμε
εσείς πειθαναγκαστήκατε / πειθαναγκασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πειθαναγκάστηκαν / πειθαναγκαστήκαν / πειθαναγκαστήκανε / πειθαναγκάσθηκαν / πειθαναγκασθήκαν / πειθαναγκασθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πειθαναγκάζομαι
εσύ θα πειθαναγκάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πειθαναγκάζεται
εμείς θα πειθαναγκαζόμαστε
εσείς θα πειθαναγκάζεστε / θα πειθαναγκαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειθαναγκάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειθαναγκαστώ / θα πειθαναγκασθώ
εσύ θα πειθαναγκαστείς / θα πειθαναγκασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πειθαναγκαστεί / θα πειθαναγκασθεί
εμείς θα πειθαναγκαστούμε / θα πειθαναγκασθούμε
εσείς θα πειθαναγκαστείτε / θα πειθαναγκασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειθαναγκαστούν / θα πειθαναγκαστούνε / θα πειθαναγκασθούν / θα πειθαναγκασθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πειθαναγκαστώ / πειθαναγκασθώ
εσύ να πειθαναγκαστείς / πειθαναγκασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εμείς να πειθαναγκαστούμε / πειθαναγκασθούμε
εσείς να πειθαναγκαστείτε / πειθαναγκασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πειθαναγκαστούν / πειθαναγκαστούνε / πειθαναγκασθούν / πειθαναγκασθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εσύ έχεις πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εμείς έχουμε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εσείς έχετε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εσύ είχες πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εμείς είχαμε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εσείς είχατε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εσύ θα έχεις πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εμείς θα έχουμε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
εσείς θα έχετε πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πειθαναγκάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πειθαναγκάσου
(εσείς) πειθαναγκαστείτε / πειθαναγκασθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πειθαναγκάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πειθαναγκάσει
Μετοχή παρακειμένου
πειθαναγκασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πειθαναγκάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πειθαναγκαστεί / πειθαναγκασθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.