to persuade, convince, induce (in 1st person singular present)
Πλήρης κλίση του ρήματος πείθω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πείθω
εσύ πείθεις
αυτός/αυτή/αυτό πείθει
εμείς πείθουμε
εσείς πείθετε
αυτοί/αυτές/αυτά πείθουν / πείθουνε
Παρατατικός
εγώ έπειθα
εσύ έπειθες
αυτός/αυτή/αυτό έπειθε
εμείς πείθαμε
εσείς πείθατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπειθαν / πείθαν / πείθανε
Αόριστος
εγώ έπεισα
εσύ έπεισες
αυτός/αυτή/αυτό έπεισε
εμείς πείσαμε
εσείς πείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έπεισαν / πείσαν / πείσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πείθω
εσύ θα πείθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πείθει
εμείς θα πείθουμε
εσείς θα πείθετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πείθουν / θα πείθουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πείσω
εσύ θα πείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πείσει
εμείς θα πείσουμε
εσείς θα πείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πείσουν / θα πείσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πείσω
εσύ να πείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πείσει
εμείς να πείσουμε
εσείς να πείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πείσουν / πείσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πείσει
εσύ έχεις πείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πείσει
εμείς έχουμε πείσει
εσείς έχετε πείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πείσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πείσει
εσύ είχες πείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πείσει
εμείς είχαμε πείσει
εσείς είχατε πείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πείσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πείσει
εσύ θα έχεις πείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πείσει
εμείς θα έχουμε πείσει
εσείς θα έχετε πείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πείσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πείθε
(εσείς) πείθετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πείσε
(εσείς) πείστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πείθομαι
εσύ πείθεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πείθεται
εμείς πειθόμαστε
εσείς πείθεστε / πειθόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πείθονται
Παρατατικός
εγώ πειθόμουν / πειθόμουνα
εσύ πειθόσουν / πειθόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πειθόταν / πειθότανε
εμείς πειθόμασταν / πειθόμαστε
εσείς πειθόσασταν / πειθόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πείθονταν / πειθόντουσαν
Αόριστος
εγώ πείστηκα / πείσθηκα
εσύ πείστηκες / πείσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό πείστηκε / πείσθηκε
εμείς πειστήκαμε / πεισθήκαμε
εσείς πειστήκατε / πεισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πείστηκαν / πειστήκαν / πειστήκανε / πείσθηκαν / πεισθήκαν / πεισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πείθομαι
εσύ θα πείθεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πείθεται
εμείς θα πειθόμαστε
εσείς θα πείθεστε / θα πειθόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πείθονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειστώ / θα πεισθώ
εσύ θα πειστείς / θα πεισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πειστεί / θα πεισθεί
εμείς θα πειστούμε / θα πεισθούμε
εσείς θα πειστείτε / θα πεισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πειστούν / θα πειστούνε / θα πεισθούν / θα πεισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πειστώ / πεισθώ
εσύ να πειστείς / πεισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να πειστεί / πεισθεί
εμείς να πειστούμε / πεισθούμε
εσείς να πειστείτε / πεισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πειστούν / πειστούνε / πεισθούν / πεισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πειστεί / πεισθεί
εσύ έχεις πειστεί / πεισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πειστεί / πεισθεί
εμείς έχουμε πειστεί / πεισθεί
εσείς έχετε πειστεί / πεισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πειστεί / πεισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πειστεί / πεισθεί
εσύ είχες πειστεί / πεισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πειστεί / πεισθεί
εμείς είχαμε πειστεί / πεισθεί
εσείς είχατε πειστεί / πεισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πειστεί / πεισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πειστεί / πεισθεί
εσύ θα έχεις πειστεί / πεισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πειστεί / πεισθεί
εμείς θα έχουμε πειστεί / πεισθεί
εσείς θα έχετε πειστεί / πεισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πειστεί / πεισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πείθεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πείσου
(εσείς) πειστείτε / πεισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πείθοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πείσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πειθόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
πεισμένος, -η, -ο / πεπεισμένος
Απαρέμφατο
πείσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πειστεί / πεισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.