to floor (cover or furnish with a floor)
Πλήρης κλίση του ρήματος πατώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πατώνω
εσύ πατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό πατώνει
εμείς πατώνουμε
εσείς πατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά πατώνουν / πατώνουνε
Παρατατικός
εγώ πάτωνα
εσύ πάτωνες
αυτός/αυτή/αυτό πάτωνε
εμείς πατώναμε
εσείς πατώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά πάτωναν / πατώναν / πατώνανε
Αόριστος
εγώ πάτωσα
εσύ πάτωσες
αυτός/αυτή/αυτό πάτωσε
εμείς πατώσαμε
εσείς πατώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά πάτωσαν / πατώσαν / πατώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πατώνω
εσύ θα πατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πατώνει
εμείς θα πατώνουμε
εσείς θα πατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατώνουν / θα πατώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατώσω
εσύ θα πατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πατώσει
εμείς θα πατώσουμε
εσείς θα πατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατώσουν / θα πατώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πατώσω
εσύ να πατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να πατώσει
εμείς να πατώσουμε
εσείς να πατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πατώσουν / πατώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πατώσει
εσύ έχεις πατώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πατώσει
εμείς έχουμε πατώσει
εσείς έχετε πατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πατώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πατώσει
εσύ είχες πατώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πατώσει
εμείς είχαμε πατώσει
εσείς είχατε πατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πατώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πατώσει
εσύ θα έχεις πατώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πατώσει
εμείς θα έχουμε πατώσει
εσείς θα έχετε πατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πατώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πάτωνε
(εσείς) πατώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πάτωσε
(εσείς) πατώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πατώνοντας / έχοντας πατώσει
Απαρέμφατο
πατώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.