2 διαφορετικά ρήματα « πατινάρω »:
πατινάρω — to skate · πατινάρω — to patinate
to skate
Πλήρης κλίση του ρήματος πατινάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πατινάρω
εσύ πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό πατινάρει
εμείς πατινάρουμε
εσείς πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάρουν / πατινάρουνε
Παρατατικός
εγώ πατινάριζα
εσύ πατινάριζες
αυτός/αυτή/αυτό πατινάριζε
εμείς πατινάραμε
εσείς πατινάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάριζαν / πατινάραν / πατινάρανε
Αόριστος
εγώ πατινάρισα
εσύ πατινάρισες
αυτός/αυτή/αυτό πατινάρισε
εμείς πατινάραμε
εσείς πατινάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάρισαν / πατινάραν / πατινάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πατινάρω
εσύ θα πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πατινάρει
εμείς θα πατινάρουμε
εσείς θα πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατινάρουν / θα πατινάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατινάρω
εσύ θα πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πατινάρει
εμείς θα πατινάρουμε
εσείς θα πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατινάρουν / θα πατινάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πατινάρω
εσύ να πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να πατινάρει
εμείς να πατινάρουμε
εσείς να πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πατινάρουν / πατινάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πατινάρει
εσύ έχεις πατινάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πατινάρει
εμείς έχουμε πατινάρει
εσείς έχετε πατινάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πατινάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πατινάρει
εσύ είχες πατινάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πατινάρει
εμείς είχαμε πατινάρει
εσείς είχατε πατινάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πατινάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πατινάρει
εσύ θα έχεις πατινάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πατινάρει
εμείς θα έχουμε πατινάρει
εσείς θα έχετε πατινάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πατινάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πατινάριζε
(εσείς) πατινάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πατινάρισε
(εσείς) πατινάρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πατινάροντας / έχοντας πατινάρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
πατιναρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πατινάρει
to patinate
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πατινάρω
εσύ πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό πατινάρει
εμείς πατινάρουμε
εσείς πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάρουν / πατινάρουνε
Παρατατικός
εγώ πατινάριζα
εσύ πατινάριζες
αυτός/αυτή/αυτό πατινάριζε
εμείς πατινάραμε
εσείς πατινάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάριζαν / πατινάραν / πατινάρανε
Αόριστος
εγώ πατινάρισα
εσύ πατινάρισες
αυτός/αυτή/αυτό πατινάρισε
εμείς πατινάραμε
εσείς πατινάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάρισαν / πατινάραν / πατινάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πατινάρω
εσύ θα πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πατινάρει
εμείς θα πατινάρουμε
εσείς θα πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατινάρουν / θα πατινάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατινάρω
εσύ θα πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πατινάρει
εμείς θα πατινάρουμε
εσείς θα πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατινάρουν / θα πατινάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πατινάρω
εσύ να πατινάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να πατινάρει
εμείς να πατινάρουμε
εσείς να πατινάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πατινάρουν / πατινάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πατινάρει
εσύ έχεις πατινάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πατινάρει
εμείς έχουμε πατινάρει
εσείς έχετε πατινάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πατινάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πατινάρει
εσύ είχες πατινάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πατινάρει
εμείς είχαμε πατινάρει
εσείς είχατε πατινάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πατινάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πατινάρει
εσύ θα έχεις πατινάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πατινάρει
εμείς θα έχουμε πατινάρει
εσείς θα έχετε πατινάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πατινάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πατινάριζε
(εσείς) πατινάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πατινάρισε
(εσείς) πατινάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πατινάρομαι
εσύ πατινάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πατινάρεται
εμείς πατιναριζόμαστε
εσείς πατινάρεστε / πατιναριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάρονται
Παρατατικός
εγώ πατιναριζόμουν / πατιναριζόμουνα
εσύ πατιναριζόσουν / πατιναριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πατιναριζόταν / πατιναριζότανε
εμείς πατιναριζόμασταν / πατιναριζόμαστε
εσείς πατιναριζόσασταν / πατιναριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πατινάρονταν / πατιναριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ πατιναρίστηκα
εσύ πατιναρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό πατιναρίστηκε
εμείς πατιναριστήκαμε
εσείς πατιναριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πατιναρίστηκαν / πατιναριστήκαν / πατιναριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πατινάρομαι
εσύ θα πατινάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πατινάρεται
εμείς θα πατιναριζόμαστε
εσείς θα πατινάρεστε / θα πατιναριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατινάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατιναριστώ
εσύ θα πατιναριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πατιναριστεί
εμείς θα πατιναριστούμε
εσείς θα πατιναριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πατιναριστούν / θα πατιναριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πατιναριστώ
εσύ να πατιναριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να πατιναριστεί
εμείς να πατιναριστούμε
εσείς να πατιναριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πατιναριστούν / πατιναριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πατιναριστεί
εσύ έχεις πατιναριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πατιναριστεί
εμείς έχουμε πατιναριστεί
εσείς έχετε πατιναριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πατιναριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πατιναριστεί
εσύ είχες πατιναριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πατιναριστεί
εμείς είχαμε πατιναριστεί
εσείς είχατε πατιναριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πατιναριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πατιναριστεί
εσύ θα έχεις πατιναριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πατιναριστεί
εμείς θα έχουμε πατιναριστεί
εσείς θα έχετε πατιναριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πατιναριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πατινάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πατιναρίσου
(εσείς) πατιναριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πατινάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πατινάρει
Μετοχή παρακειμένου
πατιναρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πατινάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πατιναριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.