to grope, fumble (exploratory)
Πλήρης κλίση του ρήματος πασπατεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πασπατεύω
εσύ πασπατεύεις
αυτός/αυτή/αυτό πασπατεύει
εμείς πασπατεύουμε
εσείς πασπατεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά πασπατεύουν / πασπατεύουνε
Παρατατικός
εγώ πασπάτευα
εσύ πασπάτευες
αυτός/αυτή/αυτό πασπάτευε
εμείς πασπατεύαμε
εσείς πασπατεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά πασπάτευαν / πασπατεύαν / πασπατεύανε
Αόριστος
εγώ πασπάτεψα
εσύ πασπάτεψες
αυτός/αυτή/αυτό πασπάτεψε
εμείς πασπατέψαμε
εσείς πασπατέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά πασπάτεψαν / πασπατέψαν / πασπατέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πασπατεύω
εσύ θα πασπατεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πασπατεύει
εμείς θα πασπατεύουμε
εσείς θα πασπατεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πασπατεύουν / θα πασπατεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασπατέψω
εσύ θα πασπατέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα πασπατέψει
εμείς θα πασπατέψουμε
εσείς θα πασπατέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πασπατέψουν / θα πασπατέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πασπατέψω
εσύ να πασπατέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να πασπατέψει
εμείς να πασπατέψουμε
εσείς να πασπατέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να πασπατέψουν / πασπατέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πασπατέψει
εσύ έχεις πασπατέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει πασπατέψει
εμείς έχουμε πασπατέψει
εσείς έχετε πασπατέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πασπατέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πασπατέψει
εσύ είχες πασπατέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε πασπατέψει
εμείς είχαμε πασπατέψει
εσείς είχατε πασπατέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πασπατέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πασπατέψει
εσύ θα έχεις πασπατέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πασπατέψει
εμείς θα έχουμε πασπατέψει
εσείς θα έχετε πασπατέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πασπατέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) πασπάτευε
(εσείς) πασπατεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πασπάτεψε / πασπάτευ'
(εσείς) πασπατέψτε / πασπατεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ πασπατεύομαι
εσύ πασπατεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό πασπατεύεται
εμείς πασπατευόμαστε
εσείς πασπατεύεστε / πασπατευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πασπατεύονται
Παρατατικός
εγώ πασπατευόμουν / πασπατευόμουνα
εσύ πασπατευόσουν / πασπατευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό πασπατευόταν / πασπατευότανε
εμείς πασπατευόμασταν / πασπατευόμαστε
εσείς πασπατευόσασταν / πασπατευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά πασπατεύονταν / πασπατευόντουσαν
Αόριστος
εγώ πασπατεύτηκα
εσύ πασπατεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό πασπατεύτηκε
εμείς πασπατευτήκαμε
εσείς πασπατευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά πασπατεύτηκαν / πασπατευτήκαν / πασπατευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα πασπατεύομαι
εσύ θα πασπατεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα πασπατεύεται
εμείς θα πασπατευόμαστε
εσείς θα πασπατεύεστε / θα πασπατευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πασπατεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασπατευτώ
εσύ θα πασπατευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα πασπατευτεί
εμείς θα πασπατευτούμε
εσείς θα πασπατευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα πασπατευτούν / θα πασπατευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να πασπατευτώ
εσύ να πασπατευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να πασπατευτεί
εμείς να πασπατευτούμε
εσείς να πασπατευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να πασπατευτούν / πασπατευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω πασπατευτεί
εσύ έχεις πασπατευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει πασπατευτεί
εμείς έχουμε πασπατευτεί
εσείς έχετε πασπατευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν πασπατευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα πασπατευτεί
εσύ είχες πασπατευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε πασπατευτεί
εμείς είχαμε πασπατευτεί
εσείς είχατε πασπατευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν πασπατευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω πασπατευτεί
εσύ θα έχεις πασπατευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει πασπατευτεί
εμείς θα έχουμε πασπατευτεί
εσείς θα έχετε πασπατευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν πασπατευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) πασπατεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) πασπατέψου
(εσείς) πασπατευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
πασπατεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας πασπατέψει
Μετοχή παρακειμένου
πασπατεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
πασπατέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
πασπατευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.