Κλίση του ρήματος παρφουμάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παρφουμάρω
to perfume oneself in excess
Πλήρης κλίση του ρήματος παρφουμάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παρφουμάρω
εσύ παρφουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό παρφουμάρει
εμείς παρφουμάρουμε
εσείς παρφουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρφουμάρουν / παρφουμάρουνε

Παρατατικός

εγώ παρφουμάριζα
εσύ παρφουμάριζες
αυτός/αυτή/αυτό παρφουμάριζε
εμείς παρφουμάραμε
εσείς παρφουμάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρφουμάριζαν / παρφουμάραν / παρφουμάρανε

Αόριστος

εγώ παρφουμάρισα
εσύ παρφουμάρισες
αυτός/αυτή/αυτό παρφουμάρισε
εμείς παρφουμάραμε
εσείς παρφουμάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρφουμάρισαν / παρφουμάραν / παρφουμάρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παρφουμάρω
εσύ θα παρφουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρφουμάρει
εμείς θα παρφουμάρουμε
εσείς θα παρφουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρφουμάρουν / θα παρφουμάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παρφουμάρω
εσύ θα παρφουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρφουμάρει
εμείς θα παρφουμάρουμε
εσείς θα παρφουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρφουμάρουν / θα παρφουμάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παρφουμάρω
εσύ να παρφουμάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρφουμάρει
εμείς να παρφουμάρουμε
εσείς να παρφουμάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρφουμάρουν / παρφουμάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παρφουμάρει
εσύ έχεις παρφουμάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρφουμάρει
εμείς έχουμε παρφουμάρει
εσείς έχετε παρφουμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρφουμάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παρφουμάρει
εσύ είχες παρφουμάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρφουμάρει
εμείς είχαμε παρφουμάρει
εσείς είχατε παρφουμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρφουμάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παρφουμάρει
εσύ θα έχεις παρφουμάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρφουμάρει
εμείς θα έχουμε παρφουμάρει
εσείς θα έχετε παρφουμάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρφουμάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παρφουμάριζε
(εσείς) παρφουμάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παρφουμάρισε
(εσείς) παρφουμάρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παρφουμάρομαι
εσύ παρφουμάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρφουμάρεται
εμείς παρφουμαριζόμαστε
εσείς παρφουμάρεστε / παρφουμαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρφουμάρονται

Παρατατικός

εγώ παρφουμαριζόμουν / παρφουμαριζόμουνα
εσύ παρφουμαριζόσουν / παρφουμαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρφουμαριζόταν / παρφουμαριζότανε
εμείς παρφουμαριζόμασταν / παρφουμαριζόμαστε
εσείς παρφουμαριζόσασταν / παρφουμαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρφουμάρονταν / παρφουμαριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ παρφουμαρίστηκα
εσύ παρφουμαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρφουμαρίστηκε
εμείς παρφουμαριστήκαμε
εσείς παρφουμαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρφουμαρίστηκαν / παρφουμαριστήκαν / παρφουμαριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παρφουμάρομαι
εσύ θα παρφουμάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρφουμάρεται
εμείς θα παρφουμαριζόμαστε
εσείς θα παρφουμάρεστε / θα παρφουμαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρφουμάρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παρφουμαριστώ
εσύ θα παρφουμαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρφουμαριστεί
εμείς θα παρφουμαριστούμε
εσείς θα παρφουμαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρφουμαριστούν / θα παρφουμαριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παρφουμαριστώ
εσύ να παρφουμαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρφουμαριστεί
εμείς να παρφουμαριστούμε
εσείς να παρφουμαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρφουμαριστούν / παρφουμαριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παρφουμαριστεί
εσύ έχεις παρφουμαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρφουμαριστεί
εμείς έχουμε παρφουμαριστεί
εσείς έχετε παρφουμαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρφουμαριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παρφουμαριστεί
εσύ είχες παρφουμαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρφουμαριστεί
εμείς είχαμε παρφουμαριστεί
εσείς είχατε παρφουμαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρφουμαριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παρφουμαριστεί
εσύ θα έχεις παρφουμαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρφουμαριστεί
εμείς θα έχουμε παρφουμαριστεί
εσείς θα έχετε παρφουμαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρφουμαριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παρφουμάρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παρφουμαρίσου
(εσείς) παρφουμαριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παρφουμάροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παρφουμάρει

Μετοχή παρακειμένου

παρφουμαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

παρφουμάρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παρφουμαριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.