to encourage, urge
Πλήρης κλίση του ρήματος παροτρύνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παροτρύνω
εσύ παροτρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό παροτρύνει
εμείς παροτρύνουμε
εσείς παροτρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά παροτρύνουν / παροτρύνουνε
Παρατατικός
εγώ παρότρυνα
εσύ παρότρυνες
αυτός/αυτή/αυτό παρότρυνε
εμείς παροτρύναμε
εσείς παροτρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρότρυναν / παροτρύναν / παροτρύνανε
Αόριστος
εγώ παρότρυνα
εσύ παρότρυνες
αυτός/αυτή/αυτό παρότρυνε
εμείς παροτρύναμε
εσείς παροτρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρότρυναν / παροτρύναν / παροτρύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παροτρύνω
εσύ θα παροτρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παροτρύνει
εμείς θα παροτρύνουμε
εσείς θα παροτρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παροτρύνουν / θα παροτρύνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παροτρύνω
εσύ θα παροτρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παροτρύνει
εμείς θα παροτρύνουμε
εσείς θα παροτρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παροτρύνουν / θα παροτρύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παροτρύνω
εσύ να παροτρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να παροτρύνει
εμείς να παροτρύνουμε
εσείς να παροτρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παροτρύνουν / παροτρύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παροτρύνει
εσύ έχεις παροτρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παροτρύνει
εμείς έχουμε παροτρύνει
εσείς έχετε παροτρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παροτρύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παροτρύνει
εσύ είχες παροτρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παροτρύνει
εμείς είχαμε παροτρύνει
εσείς είχατε παροτρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παροτρύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παροτρύνει
εσύ θα έχεις παροτρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παροτρύνει
εμείς θα έχουμε παροτρύνει
εσείς θα έχετε παροτρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παροτρύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παρότρυνε
(εσείς) παροτρύνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρότρυνε
(εσείς) παροτρύνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παροτρύνομαι
εσύ παροτρύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παροτρύνεται
εμείς παροτρυνόμαστε
εσείς παροτρύνεστε / παροτρυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παροτρύνονται
Παρατατικός
εγώ παροτρυνόμουν / παροτρυνόμουνα
εσύ παροτρυνόσουν / παροτρυνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παροτρυνόταν / παροτρυνότανε
εμείς παροτρυνόμασταν / παροτρυνόμαστε
εσείς παροτρυνόσασταν / παροτρυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παροτρύνονταν / παροτρυνόντουσαν
Αόριστος
εγώ παροτρύνθηκα
εσύ παροτρύνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παροτρύνθηκε
εμείς παροτρυνθήκαμε
εσείς παροτρυνθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παροτρύνθηκαν / παροτρυνθήκαν / παροτρυνθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παροτρύνομαι
εσύ θα παροτρύνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παροτρύνεται
εμείς θα παροτρυνόμαστε
εσείς θα παροτρύνεστε / θα παροτρυνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παροτρύνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παροτρυνθώ
εσύ θα παροτρυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παροτρυνθεί
εμείς θα παροτρυνθούμε
εσείς θα παροτρυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παροτρυνθούν / θα παροτρυνθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παροτρυνθώ
εσύ να παροτρυνθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παροτρυνθεί
εμείς να παροτρυνθούμε
εσείς να παροτρυνθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παροτρυνθούν / παροτρυνθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παροτρυνθεί
εσύ έχεις παροτρυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παροτρυνθεί
εμείς έχουμε παροτρυνθεί
εσείς έχετε παροτρυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παροτρυνθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παροτρυνθεί
εσύ είχες παροτρυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παροτρυνθεί
εμείς είχαμε παροτρυνθεί
εσείς είχατε παροτρυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παροτρυνθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παροτρυνθεί
εσύ θα έχεις παροτρυνθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παροτρυνθεί
εμείς θα έχουμε παροτρυνθεί
εσείς θα έχετε παροτρυνθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παροτρυνθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παροτρύνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παροτρύνσου
(εσείς) παροτρυνθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παροτρύνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παροτρύνει
Απαρέμφατο
παροτρύνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παροτρυνθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.