to liken, to compare [with με (me, + accusative) ‘to’] (to regard or state that (someone or something) is like another person or thing; to declare two things to
Πλήρης κλίση του ρήματος παρομοιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρομοιάζω
εσύ παρομοιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό παρομοιάζει
εμείς παρομοιάζουμε
εσείς παρομοιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρομοιάζουν / παρομοιάζουνε
Παρατατικός
εγώ παρομοίαζα
εσύ παρομοίαζες
αυτός/αυτή/αυτό παρομοίαζε
εμείς παρομοιάζαμε
εσείς παρομοιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρομοίαζαν / παρομοιάζαν / παρομοιάζανε
Αόριστος
εγώ παρομοίασα
εσύ παρομοίασες
αυτός/αυτή/αυτό παρομοίασε
εμείς παρομοιάσαμε
εσείς παρομοιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρομοίασαν / παρομοιάσαν / παρομοιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρομοιάζω
εσύ θα παρομοιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρομοιάζει
εμείς θα παρομοιάζουμε
εσείς θα παρομοιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρομοιάζουν / θα παρομοιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρομοιάσω
εσύ θα παρομοιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρομοιάσει
εμείς θα παρομοιάσουμε
εσείς θα παρομοιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρομοιάσουν / θα παρομοιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρομοιάσω
εσύ να παρομοιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρομοιάσει
εμείς να παρομοιάσουμε
εσείς να παρομοιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρομοιάσουν / παρομοιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρομοιάσει
εσύ έχεις παρομοιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρομοιάσει
εμείς έχουμε παρομοιάσει
εσείς έχετε παρομοιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρομοιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρομοιάσει
εσύ είχες παρομοιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρομοιάσει
εμείς είχαμε παρομοιάσει
εσείς είχατε παρομοιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρομοιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρομοιάσει
εσύ θα έχεις παρομοιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρομοιάσει
εμείς θα έχουμε παρομοιάσει
εσείς θα έχετε παρομοιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρομοιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παρομοίαζε
(εσείς) παρομοιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρομοίασε
(εσείς) παρομοιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρομοιάζομαι
εσύ παρομοιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρομοιάζεται
εμείς παρομοιαζόμαστε
εσείς παρομοιάζεστε / παρομοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρομοιάζονται
Παρατατικός
εγώ παρομοιαζόμουν / παρομοιαζόμουνα
εσύ παρομοιαζόσουν / παρομοιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρομοιαζόταν / παρομοιαζότανε
εμείς παρομοιαζόμασταν / παρομοιαζόμαστε
εσείς παρομοιαζόσασταν / παρομοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρομοιάζονταν / παρομοιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ παρομοιάστηκα
εσύ παρομοιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρομοιάστηκε
εμείς παρομοιαστήκαμε
εσείς παρομοιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρομοιάστηκαν / παρομοιαστήκαν / παρομοιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρομοιάζομαι
εσύ θα παρομοιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρομοιάζεται
εμείς θα παρομοιαζόμαστε
εσείς θα παρομοιάζεστε / θα παρομοιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρομοιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρομοιαστώ
εσύ θα παρομοιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρομοιαστεί
εμείς θα παρομοιαστούμε
εσείς θα παρομοιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρομοιαστούν / θα παρομοιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρομοιαστώ
εσύ να παρομοιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρομοιαστεί
εμείς να παρομοιαστούμε
εσείς να παρομοιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρομοιαστούν / παρομοιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρομοιαστεί
εσύ έχεις παρομοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρομοιαστεί
εμείς έχουμε παρομοιαστεί
εσείς έχετε παρομοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρομοιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρομοιαστεί
εσύ είχες παρομοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρομοιαστεί
εμείς είχαμε παρομοιαστεί
εσείς είχατε παρομοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρομοιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρομοιαστεί
εσύ θα έχεις παρομοιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρομοιαστεί
εμείς θα έχουμε παρομοιαστεί
εσείς θα έχετε παρομοιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρομοιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρομοιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρομοιάσου
(εσείς) παρομοιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρομοιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παρομοιάσει
Μετοχή παρακειμένου
παρομοιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παρομοιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρομοιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.