to misinterpret, to misconstrue
Πλήρης κλίση του ρήματος παρερμηνεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρερμηνεύω
εσύ παρερμηνεύεις
αυτός/αυτή/αυτό παρερμηνεύει
εμείς παρερμηνεύουμε
εσείς παρερμηνεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρερμηνεύουν / παρερμηνεύουνε
Παρατατικός
εγώ παρερμήνευα
εσύ παρερμήνευες
αυτός/αυτή/αυτό παρερμήνευε
εμείς παρερμηνεύαμε
εσείς παρερμηνεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρερμήνευαν / παρερμηνεύαν / παρερμηνεύανε
Αόριστος
εγώ παρερμήνευσα
εσύ παρερμήνευσες
αυτός/αυτή/αυτό παρερμήνευσε
εμείς παρερμηνεύσαμε
εσείς παρερμηνεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρερμήνευσαν / παρερμηνεύσαν / παρερμηνεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρερμηνεύω
εσύ θα παρερμηνεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρερμηνεύει
εμείς θα παρερμηνεύουμε
εσείς θα παρερμηνεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρερμηνεύουν / θα παρερμηνεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρερμηνεύσω
εσύ θα παρερμηνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρερμηνεύσει
εμείς θα παρερμηνεύσουμε
εσείς θα παρερμηνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρερμηνεύσουν / θα παρερμηνεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρερμηνεύσω
εσύ να παρερμηνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρερμηνεύσει
εμείς να παρερμηνεύσουμε
εσείς να παρερμηνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρερμηνεύσουν / παρερμηνεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρερμηνεύσει
εσύ έχεις παρερμηνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρερμηνεύσει
εμείς έχουμε παρερμηνεύσει
εσείς έχετε παρερμηνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρερμηνεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρερμηνεύσει
εσύ είχες παρερμηνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρερμηνεύσει
εμείς είχαμε παρερμηνεύσει
εσείς είχατε παρερμηνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρερμηνεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρερμηνεύσει
εσύ θα έχεις παρερμηνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρερμηνεύσει
εμείς θα έχουμε παρερμηνεύσει
εσείς θα έχετε παρερμηνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρερμηνεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παρερμήνευε
(εσείς) παρερμηνεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρερμήνευσε
(εσείς) παρερμηνεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρερμηνεύομαι
εσύ παρερμηνεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρερμηνεύεται
εμείς παρερμηνευόμαστε
εσείς παρερμηνεύεστε / παρερμηνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρερμηνεύονται
Παρατατικός
εγώ παρερμηνευόμουν / παρερμηνευόμουνα
εσύ παρερμηνευόσουν / παρερμηνευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρερμηνευόταν / παρερμηνευότανε
εμείς παρερμηνευόμασταν / παρερμηνευόμαστε
εσείς παρερμηνευόσασταν / παρερμηνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρερμηνεύονταν / παρερμηνευόντουσαν
Αόριστος
εγώ παρερμηνεύτηκα / παρερμηνεύθηκα
εσύ παρερμηνεύτηκες / παρερμηνεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρερμηνεύτηκε / παρερμηνεύθηκε
εμείς παρερμηνευτήκαμε / παρερμηνευθήκαμε
εσείς παρερμηνευτήκατε / παρερμηνευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρερμηνεύτηκαν / παρερμηνευτήκαν / παρερμηνευτήκανε / παρερμηνεύθηκαν / παρερμηνευθήκαν / παρερμηνευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρερμηνεύομαι
εσύ θα παρερμηνεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρερμηνεύεται
εμείς θα παρερμηνευόμαστε
εσείς θα παρερμηνεύεστε / θα παρερμηνευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρερμηνεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρερμηνευτώ / θα παρερμηνευθώ
εσύ θα παρερμηνευτείς / θα παρερμηνευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρερμηνευτεί / θα παρερμηνευθεί
εμείς θα παρερμηνευτούμε / θα παρερμηνευθούμε
εσείς θα παρερμηνευτείτε / θα παρερμηνευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρερμηνευτούν / θα παρερμηνευτούνε / θα παρερμηνευθούν / θα παρερμηνευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρερμηνευτώ / παρερμηνευθώ
εσύ να παρερμηνευτείς / παρερμηνευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εμείς να παρερμηνευτούμε / παρερμηνευθούμε
εσείς να παρερμηνευτείτε / παρερμηνευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρερμηνευτούν / παρερμηνευτούνε / παρερμηνευθούν / παρερμηνευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εσύ έχεις παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εμείς έχουμε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εσείς έχετε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εσύ είχες παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εμείς είχαμε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εσείς είχατε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εσύ θα έχεις παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εμείς θα έχουμε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
εσείς θα έχετε παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρερμηνεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρερμηνεύσου
(εσείς) παρερμηνευτείτε / παρερμηνευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρερμηνεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παρερμηνεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παρερμηνευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
παρερμηνευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παρερμηνεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρερμηνευτεί / παρερμηνευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.