to misunderstand, misinterpret
Πλήρης κλίση του ρήματος παρεξηγώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρεξηγώ
εσύ παρεξηγείς
αυτός/αυτή/αυτό παρεξηγεί
εμείς παρεξηγούμε
εσείς παρεξηγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξηγούν / παρεξηγούνε
Παρατατικός
εγώ παρεξηγούσα
εσύ παρεξηγούσες
αυτός/αυτή/αυτό παρεξηγούσε
εμείς παρεξηγούσαμε
εσείς παρεξηγούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξηγούσαν / παρεξηγούσανε
Αόριστος
εγώ παρεξήγησα
εσύ παρεξήγησες
αυτός/αυτή/αυτό παρεξήγησε
εμείς παρεξηγήσαμε
εσείς παρεξηγήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξήγησαν / παρεξηγήσαν / παρεξηγήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρεξηγώ
εσύ θα παρεξηγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεξηγεί
εμείς θα παρεξηγούμε
εσείς θα παρεξηγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεξηγούν / θα παρεξηγούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρεξηγήσω
εσύ θα παρεξηγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεξηγήσει
εμείς θα παρεξηγήσουμε
εσείς θα παρεξηγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεξηγήσουν / θα παρεξηγήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρεξηγήσω
εσύ να παρεξηγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρεξηγήσει
εμείς να παρεξηγήσουμε
εσείς να παρεξηγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρεξηγήσουν / παρεξηγήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρεξηγήσει
εσύ έχεις παρεξηγήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρεξηγήσει
εμείς έχουμε παρεξηγήσει
εσείς έχετε παρεξηγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρεξηγήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρεξηγήσει
εσύ είχες παρεξηγήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρεξηγήσει
εμείς είχαμε παρεξηγήσει
εσείς είχατε παρεξηγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρεξηγήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρεξηγήσει
εσύ θα έχεις παρεξηγήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρεξηγήσει
εμείς θα έχουμε παρεξηγήσει
εσείς θα έχετε παρεξηγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρεξηγήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρεξηγείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρεξήγησε
(εσείς) παρεξηγήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρεξηγούμαι - παρεξηγιέμαι
εσύ παρεξηγείσαι - παρεξηγιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρεξηγείται - παρεξηγιέται
εμείς παρεξηγούμαστε - παρεξηγιόμαστε
εσείς παρεξηγείστε - παρεξηγιέστε / παρεξηγιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξηγούνται - παρεξηγιούνται / παρεξηγιόνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό παρεξηγούνταν
εμείς παρεξηγούμασταν / - παρεξηγιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξηγούνταν / παρεξηγιόντουσαν
Αόριστος
εγώ παρεξηγήθηκα
εσύ παρεξηγήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρεξηγήθηκε
εμείς παρεξηγηθήκαμε
εσείς παρεξηγηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξηγήθηκαν / παρεξηγηθήκαν / παρεξηγηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρεξηγούμαι - παρεξηγιέμαι
εσύ θα παρεξηγείσαι - παρεξηγιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεξηγείται - παρεξηγιέται
εμείς θα παρεξηγούμαστε - παρεξηγιόμαστε
εσείς θα παρεξηγείστε - παρεξηγιέστε / θα παρεξηγιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεξηγούνται - παρεξηγιούνται / θα παρεξηγιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρεξηγηθώ
εσύ θα παρεξηγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεξηγηθεί
εμείς θα παρεξηγηθούμε
εσείς θα παρεξηγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεξηγηθούν / θα παρεξηγηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρεξηγηθώ
εσύ να παρεξηγηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρεξηγηθεί
εμείς να παρεξηγηθούμε
εσείς να παρεξηγηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρεξηγηθούν / παρεξηγηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρεξηγηθεί
εσύ έχεις παρεξηγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρεξηγηθεί
εμείς έχουμε παρεξηγηθεί
εσείς έχετε παρεξηγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρεξηγηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρεξηγηθεί
εσύ είχες παρεξηγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρεξηγηθεί
εμείς είχαμε παρεξηγηθεί
εσείς είχατε παρεξηγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρεξηγηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρεξηγηθεί
εσύ θα έχεις παρεξηγηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρεξηγηθεί
εμείς θα έχουμε παρεξηγηθεί
εσείς θα έχετε παρεξηγηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρεξηγηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρεξηγείστε - παρεξηγιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρεξηγήσου
(εσείς) παρεξηγηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρεξηγώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παρεξηγήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παρεξηγούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
παρεξηγημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παρεξηγήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρεξηγηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.