Κλίση του ρήματος παρεκτρέπω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παρεκτρέπω
to lead astray, swerve aside
Πλήρης κλίση του ρήματος παρεκτρέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παρεκτρέπω
εσύ παρεκτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό παρεκτρέπει
εμείς παρεκτρέπουμε
εσείς παρεκτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεκτρέπουν / παρεκτρέπουνε

Παρατατικός

εγώ παρεξέτρεπα
εσύ παρεξέτρεπες
αυτός/αυτή/αυτό παρεξέτρεπε
εμείς παρεκτρέπαμε
εσείς παρεκτρέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξέτρεπαν / παρεκτρέπαν / παρεκτρέπανε

Αόριστος

εγώ παρεξέτρεψα
εσύ παρεξέτρεψες
αυτός/αυτή/αυτό παρεξέτρεψε
εμείς παρεκτρέψαμε
εσείς παρεκτρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεξέτρεψαν / παρεκτρέψαν / παρεκτρέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παρεκτρέπω
εσύ θα παρεκτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεκτρέπει
εμείς θα παρεκτρέπουμε
εσείς θα παρεκτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεκτρέπουν / θα παρεκτρέπουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παρεκτρέψω
εσύ θα παρεκτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεκτρέψει
εμείς θα παρεκτρέψουμε
εσείς θα παρεκτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεκτρέψουν / θα παρεκτρέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παρεκτρέψω
εσύ να παρεκτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρεκτρέψει
εμείς να παρεκτρέψουμε
εσείς να παρεκτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρεκτρέψουν / παρεκτρέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παρεκτρέψει
εσύ έχεις παρεκτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρεκτρέψει
εμείς έχουμε παρεκτρέψει
εσείς έχετε παρεκτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρεκτρέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παρεκτρέψει
εσύ είχες παρεκτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρεκτρέψει
εμείς είχαμε παρεκτρέψει
εσείς είχατε παρεκτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρεκτρέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παρεκτρέψει
εσύ θα έχεις παρεκτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρεκτρέψει
εμείς θα έχουμε παρεκτρέψει
εσείς θα έχετε παρεκτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρεκτρέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παρέκτρεπε
(εσείς) παρεκτρέπετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παρέκτρεψε
(εσείς) παρεκτρέψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παρεκτρέπομαι
εσύ παρεκτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρεκτρέπεται
εμείς παρεκτρεπόμαστε
εσείς παρεκτρέπεστε / παρεκτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεκτρέπονται

Παρατατικός

εγώ παρεκτρεπόμουν / παρεκτρεπόμουνα
εσύ παρεκτρεπόσουν / παρεκτρεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρεκτρεπόταν / παρεκτρεπότανε
εμείς παρεκτρεπόμασταν / παρεκτρεπόμαστε
εσείς παρεκτρεπόσασταν / παρεκτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεκτρέπονταν / παρεκτρεπόντουσαν

Αόριστος

εγώ παρεκτράπηκα
εσύ παρεκτράπηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρεκτράπηκε / παρεξετράπη
εμείς παρεκτραπήκαμε
εσείς παρεκτραπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεκτράπηκαν / παρεκτραπήκαν / παρεκτραπήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παρεκτρέπομαι
εσύ θα παρεκτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεκτρέπεται
εμείς θα παρεκτρεπόμαστε
εσείς θα παρεκτρέπεστε / θα παρεκτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεκτρέπονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παρεκτραπώ
εσύ θα παρεκτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεκτραπεί
εμείς θα παρεκτραπούμε
εσείς θα παρεκτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεκτραπούν / θα παρεκτραπούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παρεκτραπώ
εσύ να παρεκτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρεκτραπεί
εμείς να παρεκτραπούμε
εσείς να παρεκτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρεκτραπούν / παρεκτραπούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παρεκτραπεί
εσύ έχεις παρεκτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρεκτραπεί
εμείς έχουμε παρεκτραπεί
εσείς έχετε παρεκτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρεκτραπεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παρεκτραπεί
εσύ είχες παρεκτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρεκτραπεί
εμείς είχαμε παρεκτραπεί
εσείς είχατε παρεκτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρεκτραπεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παρεκτραπεί
εσύ θα έχεις παρεκτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρεκτραπεί
εμείς θα έχουμε παρεκτραπεί
εσείς θα έχετε παρεκτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρεκτραπεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παρεκτρέπεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παρεκτρέψου
(εσείς) παρεκτραπείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παρεκτρέποντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παρεκτρέψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

παρεκτρεπόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

παρεκτρέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παρεκτραπεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.