Κλίση του ρήματος παρεισφρέω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παρεισφρέω
to infiltrate, inveigle
Πλήρης κλίση του ρήματος παρεισφρέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παρεισφρέω
εσύ παρεισφρέεις
αυτός/αυτή/αυτό παρεισφρέει
εμείς παρεισφρέουμε / παρεισφρέομε
εσείς παρεισφρέετε

Παρατατικός

εγώ παρεισέφρεα
εσύ παρεισέφρεες
αυτός/αυτή/αυτό παρεισέφρεε
εμείς παρεισφρέαμε
εσείς παρεισφρέατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεισέφρεαν

Αόριστος

εγώ παρεισέφρησα
εσύ παρεισέφρησες
αυτός/αυτή/αυτό παρεισέφρησε
εμείς παρεισφρήσαμε
εσείς παρεισφρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρεισέφρησαν / παρεισφρήσαν / παρεισφρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παρεισφρέω
εσύ θα παρεισφρέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεισφρέει
εμείς θα παρεισφρέουμε / θα παρεισφρέομε
εσείς θα παρεισφρέετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παρεισφρήσω
εσύ θα παρεισφρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρεισφρήσει
εμείς θα παρεισφρήσουμε
εσείς θα παρεισφρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρεισφρήσουν / θα παρεισφρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παρεισφρήσω
εσύ να παρεισφρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρεισφρήσει
εμείς να παρεισφρήσουμε
εσείς να παρεισφρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρεισφρήσουν / παρεισφρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παρεισφρήσει
εσύ έχεις παρεισφρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρεισφρήσει
εμείς έχουμε παρεισφρήσει
εσείς έχετε παρεισφρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρεισφρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παρεισφρήσει
εσύ είχες παρεισφρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρεισφρήσει
εμείς είχαμε παρεισφρήσει
εσείς είχατε παρεισφρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρεισφρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παρεισφρήσει
εσύ θα έχεις παρεισφρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρεισφρήσει
εμείς θα έχουμε παρεισφρήσει
εσείς θα έχετε παρεισφρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρεισφρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παρεισφρέετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παρείσφρησε
(εσείς) παρεισφρήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παρεισφρέοντας / έχοντας παρεισφρήσει

Απαρέμφατο

παρεισφρήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.