Κλίση του ρήματος παραχωρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παραχωρώ
to grant, to concede (to give, confer, make concession of: land, place, right, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος παραχωρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραχωρώ
εσύ παραχωρείς
αυτός/αυτή/αυτό παραχωρεί
εμείς παραχωρούμε
εσείς παραχωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχωρούν / παραχωρούνε

Παρατατικός

εγώ παραχωρούσα
εσύ παραχωρούσες
αυτός/αυτή/αυτό παραχωρούσε
εμείς παραχωρούσαμε
εσείς παραχωρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχωρούσαν / παραχωρούσανε

Αόριστος

εγώ παραχώρησα
εσύ παραχώρησες
αυτός/αυτή/αυτό παραχώρησε
εμείς παραχωρήσαμε
εσείς παραχωρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχώρησαν / παραχωρήσαν / παραχωρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραχωρώ
εσύ θα παραχωρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχωρεί
εμείς θα παραχωρούμε
εσείς θα παραχωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχωρούν / θα παραχωρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραχωρήσω
εσύ θα παραχωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχωρήσει
εμείς θα παραχωρήσουμε
εσείς θα παραχωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχωρήσουν / θα παραχωρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραχωρήσω
εσύ να παραχωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραχωρήσει
εμείς να παραχωρήσουμε
εσείς να παραχωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραχωρήσουν / παραχωρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραχωρήσει
εσύ έχεις παραχωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραχωρήσει
εμείς έχουμε παραχωρήσει
εσείς έχετε παραχωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραχωρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραχωρήσει
εσύ είχες παραχωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραχωρήσει
εμείς είχαμε παραχωρήσει
εσείς είχατε παραχωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραχωρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραχωρήσει
εσύ θα έχεις παραχωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραχωρήσει
εμείς θα έχουμε παραχωρήσει
εσείς θα έχετε παραχωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραχωρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παραχωρείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραχώρησε
(εσείς) παραχωρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραχωρούμαι
εσύ παραχωρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραχωρείται
εμείς παραχωρούμαστε
εσείς παραχωρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχωρούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό παραχωρούνταν / παραχωρείτο
εμείς παραχωρούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχωρούνταν / παραχωρούντο

Αόριστος

εγώ παραχωρήθηκα
εσύ παραχωρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραχωρήθηκε
εμείς παραχωρηθήκαμε
εσείς παραχωρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχωρήθηκαν / παραχωρηθήκαν / παραχωρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραχωρούμαι
εσύ θα παραχωρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχωρείται
εμείς θα παραχωρούμαστε
εσείς θα παραχωρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχωρούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραχωρηθώ
εσύ θα παραχωρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχωρηθεί
εμείς θα παραχωρηθούμε
εσείς θα παραχωρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχωρηθούν / θα παραχωρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραχωρηθώ
εσύ να παραχωρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραχωρηθεί
εμείς να παραχωρηθούμε
εσείς να παραχωρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραχωρηθούν / παραχωρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραχωρηθεί
εσύ έχεις παραχωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραχωρηθεί
εμείς έχουμε παραχωρηθεί
εσείς έχετε παραχωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραχωρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραχωρηθεί
εσύ είχες παραχωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραχωρηθεί
εμείς είχαμε παραχωρηθεί
εσείς είχατε παραχωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραχωρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραχωρηθεί
εσύ θα έχεις παραχωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραχωρηθεί
εμείς θα έχουμε παραχωρηθεί
εσείς θα έχετε παραχωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραχωρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παραχωρείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραχωρήσου
(εσείς) παραχωρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παραχωρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παραχωρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

παραχωρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

παραχωρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

παραχωρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παραχωρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.