to caress, extendedly or for a long time
Πλήρης κλίση του ρήματος παραχαϊδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραχαϊδεύω
εσύ παραχαϊδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό παραχαϊδεύει
εμείς παραχαϊδεύουμε
εσείς παραχαϊδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχαϊδεύουν / παραχαϊδεύουνε
Παρατατικός
εγώ παραχάιδευα
εσύ παραχάιδευες
αυτός/αυτή/αυτό παραχάιδευε
εμείς παραχαϊδεύαμε
εσείς παραχαϊδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχάιδευαν / παραχαϊδεύαν / παραχαϊδεύανε
Αόριστος
εγώ παραχάιδεψα
εσύ παραχάιδεψες
αυτός/αυτή/αυτό παραχάιδεψε
εμείς παραχαϊδέψαμε
εσείς παραχαϊδέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχάιδεψαν / παραχαϊδέψαν / παραχαϊδέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραχαϊδεύω
εσύ θα παραχαϊδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχαϊδεύει
εμείς θα παραχαϊδεύουμε
εσείς θα παραχαϊδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχαϊδεύουν / θα παραχαϊδεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραχαϊδέψω
εσύ θα παραχαϊδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχαϊδέψει
εμείς θα παραχαϊδέψουμε
εσείς θα παραχαϊδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχαϊδέψουν / θα παραχαϊδέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραχαϊδέψω
εσύ να παραχαϊδέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραχαϊδέψει
εμείς να παραχαϊδέψουμε
εσείς να παραχαϊδέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραχαϊδέψουν / παραχαϊδέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραχαϊδέψει
εσύ έχεις παραχαϊδέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραχαϊδέψει
εμείς έχουμε παραχαϊδέψει
εσείς έχετε παραχαϊδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραχαϊδέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραχαϊδέψει
εσύ είχες παραχαϊδέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραχαϊδέψει
εμείς είχαμε παραχαϊδέψει
εσείς είχατε παραχαϊδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραχαϊδέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραχαϊδέψει
εσύ θα έχεις παραχαϊδέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραχαϊδέψει
εμείς θα έχουμε παραχαϊδέψει
εσείς θα έχετε παραχαϊδέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραχαϊδέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παραχάιδευε
(εσείς) παραχαϊδεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραχάιδεψε / παραχάιδευ'
(εσείς) παραχαϊδέψτε / παραχαϊδεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραχαϊδεύομαι
εσύ παραχαϊδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραχαϊδεύεται
εμείς παραχαϊδευόμαστε
εσείς παραχαϊδεύεστε / παραχαϊδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχαϊδεύονται
Παρατατικός
εγώ παραχαϊδευόμουν / παραχαϊδευόμουνα
εσύ παραχαϊδευόσουν / παραχαϊδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραχαϊδευόταν / παραχαϊδευότανε
εμείς παραχαϊδευόμασταν / παραχαϊδευόμαστε
εσείς παραχαϊδευόσασταν / παραχαϊδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχαϊδεύονταν / παραχαϊδευόντουσαν
Αόριστος
εγώ παραχαϊδεύτηκα
εσύ παραχαϊδεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραχαϊδεύτηκε
εμείς παραχαϊδευτήκαμε
εσείς παραχαϊδευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραχαϊδεύτηκαν / παραχαϊδευτήκαν / παραχαϊδευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραχαϊδεύομαι
εσύ θα παραχαϊδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχαϊδεύεται
εμείς θα παραχαϊδευόμαστε
εσείς θα παραχαϊδεύεστε / θα παραχαϊδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχαϊδεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραχαϊδευτώ
εσύ θα παραχαϊδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχαϊδευτεί
εμείς θα παραχαϊδευτούμε
εσείς θα παραχαϊδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχαϊδευτούν / θα παραχαϊδευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραχαϊδευτώ
εσύ να παραχαϊδευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραχαϊδευτεί
εμείς να παραχαϊδευτούμε
εσείς να παραχαϊδευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραχαϊδευτούν / παραχαϊδευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραχαϊδευτεί
εσύ έχεις παραχαϊδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραχαϊδευτεί
εμείς έχουμε παραχαϊδευτεί
εσείς έχετε παραχαϊδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραχαϊδευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραχαϊδευτεί
εσύ είχες παραχαϊδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραχαϊδευτεί
εμείς είχαμε παραχαϊδευτεί
εσείς είχατε παραχαϊδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραχαϊδευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραχαϊδευτεί
εσύ θα έχεις παραχαϊδευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραχαϊδευτεί
εμείς θα έχουμε παραχαϊδευτεί
εσείς θα έχετε παραχαϊδευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραχαϊδευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παραχαϊδεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραχαϊδέψου
(εσείς) παραχαϊδευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παραχαϊδεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παραχαϊδέψει
Μετοχή παρακειμένου
παραχαϊδεμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παραχαϊδέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραχαϊδευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.