alternative form of παριστάνω (paristáno)
Πλήρης κλίση του ρήματος παρασταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρασταίνω
εσύ παρασταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό παρασταίνει
εμείς παρασταίνουμε
εσείς παρασταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασταίνουν / παρασταίνουνε
Παρατατικός
εγώ παράσταινα
εσύ παράσταινες
αυτός/αυτή/αυτό παράσταινε
εμείς παρασταίναμε
εσείς παρασταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά παράσταιναν / παρασταίναν / παρασταίνανε
Αόριστος
εγώ παράστησα
εσύ παράστησες
αυτός/αυτή/αυτό παράστησε
εμείς παραστήσαμε
εσείς παραστήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παράστησαν / παραστήσαν / παραστήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρασταίνω
εσύ θα παρασταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασταίνει
εμείς θα παρασταίνουμε
εσείς θα παρασταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασταίνουν / θα παρασταίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραστήσω
εσύ θα παραστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραστήσει
εμείς θα παραστήσουμε
εσείς θα παραστήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραστήσουν / θα παραστήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραστήσω
εσύ να παραστήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραστήσει
εμείς να παραστήσουμε
εσείς να παραστήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραστήσουν / παραστήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραστήσει
εσύ έχεις παραστήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραστήσει
εμείς έχουμε παραστήσει
εσείς έχετε παραστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραστήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραστήσει
εσύ είχες παραστήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραστήσει
εμείς είχαμε παραστήσει
εσείς είχατε παραστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραστήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραστήσει
εσύ θα έχεις παραστήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραστήσει
εμείς θα έχουμε παραστήσει
εσείς θα έχετε παραστήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραστήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παράσταινε
(εσείς) παρασταίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παράστησε
(εσείς) παραστήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρασταίνομαι
εσύ παρασταίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρασταίνεται
εμείς παρασταινόμαστε
εσείς παρασταίνεστε / παρασταινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασταίνονται
Παρατατικός
εγώ παρασταινόμουν / παρασταινόμουνα
εσύ παρασταινόσουν / παρασταινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρασταινόταν / παρασταινότανε
εμείς παρασταινόμασταν / παρασταινόμαστε
εσείς παρασταινόσασταν / παρασταινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασταίνονταν / παρασταινόντουσαν
Αόριστος
εγώ παραστάθηκα
εσύ παραστάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραστάθηκε
εμείς παρασταθήκαμε
εσείς παρασταθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραστάθηκαν / παρασταθήκαν / παρασταθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρασταίνομαι
εσύ θα παρασταίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασταίνεται
εμείς θα παρασταινόμαστε
εσείς θα παρασταίνεστε / θα παρασταινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασταίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρασταθώ
εσύ θα παρασταθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασταθεί
εμείς θα παρασταθούμε
εσείς θα παρασταθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασταθούν / θα παρασταθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρασταθώ
εσύ να παρασταθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρασταθεί
εμείς να παρασταθούμε
εσείς να παρασταθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρασταθούν / παρασταθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρασταθεί
εσύ έχεις παρασταθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρασταθεί
εμείς έχουμε παρασταθεί
εσείς έχετε παρασταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρασταθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρασταθεί
εσύ είχες παρασταθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρασταθεί
εμείς είχαμε παρασταθεί
εσείς είχατε παρασταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρασταθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρασταθεί
εσύ θα έχεις παρασταθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρασταθεί
εμείς θα έχουμε παρασταθεί
εσείς θα έχετε παρασταθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρασταθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρασταίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραστάσου
(εσείς) παρασταθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρασταίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παραστήσει
Μετοχή παρακειμένου
παραστημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παραστήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρασταθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.