to decorate (to honour by providing a medal, ribbon, or other adornment)
Πλήρης κλίση του ρήματος παρασημοφορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρασημοφορώ
εσύ παρασημοφορείς
αυτός/αυτή/αυτό παρασημοφορεί
εμείς παρασημοφορούμε
εσείς παρασημοφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασημοφορούν / παρασημοφορούνε
Παρατατικός
εγώ παρασημοφορούσα
εσύ παρασημοφορούσες
αυτός/αυτή/αυτό παρασημοφορούσε
εμείς παρασημοφορούσαμε
εσείς παρασημοφορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασημοφορούσαν / παρασημοφορούσανε
Αόριστος
εγώ παρασημοφόρησα
εσύ παρασημοφόρησες
αυτός/αυτή/αυτό παρασημοφόρησε
εμείς παρασημοφορήσαμε
εσείς παρασημοφορήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασημοφόρησαν / παρασημοφορήσαν / παρασημοφορήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρασημοφορώ
εσύ θα παρασημοφορείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασημοφορεί
εμείς θα παρασημοφορούμε
εσείς θα παρασημοφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασημοφορούν / θα παρασημοφορούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρασημοφορήσω
εσύ θα παρασημοφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασημοφορήσει
εμείς θα παρασημοφορήσουμε
εσείς θα παρασημοφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασημοφορήσουν / θα παρασημοφορήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρασημοφορήσω
εσύ να παρασημοφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρασημοφορήσει
εμείς να παρασημοφορήσουμε
εσείς να παρασημοφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρασημοφορήσουν / παρασημοφορήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρασημοφορήσει
εσύ έχεις παρασημοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρασημοφορήσει
εμείς έχουμε παρασημοφορήσει
εσείς έχετε παρασημοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρασημοφορήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρασημοφορήσει
εσύ είχες παρασημοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρασημοφορήσει
εμείς είχαμε παρασημοφορήσει
εσείς είχατε παρασημοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρασημοφορήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρασημοφορήσει
εσύ θα έχεις παρασημοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρασημοφορήσει
εμείς θα έχουμε παρασημοφορήσει
εσείς θα έχετε παρασημοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρασημοφορήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρασημοφορείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρασημοφόρησε
(εσείς) παρασημοφορήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρασημοφορούμαι
εσύ παρασημοφορείσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρασημοφορείται
εμείς παρασημοφορούμαστε / παρασημοφορούμεθα
εσείς παρασημοφορείστε / παρασημοφορείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασημοφορούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό παρασημοφορούνταν
εμείς παρασημοφορούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασημοφορούνταν
Αόριστος
εγώ παρασημοφορήθηκα
εσύ παρασημοφορήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρασημοφορήθηκε
εμείς παρασημοφορηθήκαμε
εσείς παρασημοφορηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρασημοφορήθηκαν / παρασημοφορηθήκαν / παρασημοφορηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρασημοφορούμαι
εσύ θα παρασημοφορείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασημοφορείται
εμείς θα παρασημοφορούμαστε / θα παρασημοφορούμεθα
εσείς θα παρασημοφορείστε / θα παρασημοφορείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασημοφορούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρασημοφορηθώ
εσύ θα παρασημοφορηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρασημοφορηθεί
εμείς θα παρασημοφορηθούμε
εσείς θα παρασημοφορηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρασημοφορηθούν / θα παρασημοφορηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρασημοφορηθώ
εσύ να παρασημοφορηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρασημοφορηθεί
εμείς να παρασημοφορηθούμε
εσείς να παρασημοφορηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρασημοφορηθούν / παρασημοφορηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρασημοφορηθεί
εσύ έχεις παρασημοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρασημοφορηθεί
εμείς έχουμε παρασημοφορηθεί
εσείς έχετε παρασημοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρασημοφορηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρασημοφορηθεί
εσύ είχες παρασημοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρασημοφορηθεί
εμείς είχαμε παρασημοφορηθεί
εσείς είχατε παρασημοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρασημοφορηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρασημοφορηθεί
εσύ θα έχεις παρασημοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρασημοφορηθεί
εμείς θα έχουμε παρασημοφορηθεί
εσείς θα έχετε παρασημοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρασημοφορηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρασημοφορείστε / παρασημοφορείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρασημοφορήσου
(εσείς) παρασημοφορηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρασημοφορώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παρασημοφορήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παρασημοφορούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
παρασημοφορημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παρασημοφορήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρασημοφορηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.