Κλίση του ρήματος παραπέμπω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παραπέμπω
to refer (direct to a source for help or information)
Πλήρης κλίση του ρήματος παραπέμπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραπέμπω
εσύ παραπέμπεις
αυτός/αυτή/αυτό παραπέμπει
εμείς παραπέμπουμε
εσείς παραπέμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραπέμπουν / παραπέμπουνε

Παρατατικός

εγώ παρέπεμπα
εσύ παρέπεμπες
αυτός/αυτή/αυτό παρέπεμπε
εμείς παραπέμπαμε
εσείς παραπέμπατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέπεμπαν / παραπέμπαν / παραπέμπανε

Αόριστος

εγώ παρέπεμψα
εσύ παρέπεμψες
αυτός/αυτή/αυτό παρέπεμψε
εμείς παραπέμψαμε
εσείς παραπέμψατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέπεμψαν / παραπέμψαν / παραπέμψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραπέμπω
εσύ θα παραπέμπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραπέμπει
εμείς θα παραπέμπουμε
εσείς θα παραπέμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραπέμπουν / θα παραπέμπουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραπέμψω
εσύ θα παραπέμψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραπέμψει
εμείς θα παραπέμψουμε
εσείς θα παραπέμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραπέμψουν / θα παραπέμψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραπέμψω
εσύ να παραπέμψεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραπέμψει
εμείς να παραπέμψουμε
εσείς να παραπέμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραπέμψουν / παραπέμψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραπέμψει
εσύ έχεις παραπέμψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραπέμψει
εμείς έχουμε παραπέμψει
εσείς έχετε παραπέμψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραπέμψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραπέμψει
εσύ είχες παραπέμψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραπέμψει
εμείς είχαμε παραπέμψει
εσείς είχατε παραπέμψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραπέμψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραπέμψει
εσύ θα έχεις παραπέμψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραπέμψει
εμείς θα έχουμε παραπέμψει
εσείς θα έχετε παραπέμψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραπέμψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παράπεμπε
(εσείς) παραπέμπετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παράπεμψε
(εσείς) παραπέμψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραπέμπομαι
εσύ παραπέμπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραπέμπεται
εμείς παραπεμπόμαστε
εσείς παραπέμπεστε / παραπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραπέμπονται

Παρατατικός

εγώ παραπεμπόμουν / παραπεμπόμουνα
εσύ παραπεμπόσουν / παραπεμπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραπεμπόταν / παραπεμπότανε
εμείς παραπεμπόμασταν / παραπεμπόμαστε
εσείς παραπεμπόσασταν / παραπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραπέμπονταν / παραπεμπόντουσαν

Αόριστος

εγώ παραπέμφθηκα
εσύ παραπέμφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραπέμφθηκε
εμείς παραπεμφθήκαμε
εσείς παραπεμφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραπέμφθηκαν / παραπεμφθήκαν / παραπεμφθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραπέμπομαι
εσύ θα παραπέμπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραπέμπεται
εμείς θα παραπεμπόμαστε
εσείς θα παραπέμπεστε / θα παραπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραπέμπονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραπεμφθώ
εσύ θα παραπεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραπεμφθεί
εμείς θα παραπεμφθούμε
εσείς θα παραπεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραπεμφθούν / θα παραπεμφθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραπεμφθώ
εσύ να παραπεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραπεμφθεί
εμείς να παραπεμφθούμε
εσείς να παραπεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραπεμφθούν / παραπεμφθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραπεμφθεί
εσύ έχεις παραπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραπεμφθεί
εμείς έχουμε παραπεμφθεί
εσείς έχετε παραπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραπεμφθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραπεμφθεί
εσύ είχες παραπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραπεμφθεί
εμείς είχαμε παραπεμφθεί
εσείς είχατε παραπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραπεμφθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραπεμφθεί
εσύ θα έχεις παραπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραπεμφθεί
εμείς θα έχουμε παραπεμφθεί
εσείς θα έχετε παραπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραπεμφθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παραπέμπεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραπέμψου
(εσείς) παραπεμφθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παραπέμποντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παραπέμψει

Απαρέμφατο

παραπέμψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παραπεμφθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.