Κλίση του ρήματος παραξενεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παραξενεύω
to seem strange to, to surprise
Πλήρης κλίση του ρήματος παραξενεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραξενεύω
εσύ παραξενεύεις
αυτός/αυτή/αυτό παραξενεύει
εμείς παραξενεύουμε
εσείς παραξενεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραξενεύουν / παραξενεύουνε

Παρατατικός

εγώ παραξένευα
εσύ παραξένευες
αυτός/αυτή/αυτό παραξένευε
εμείς παραξενεύαμε
εσείς παραξενεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραξένευαν / παραξενεύαν / παραξενεύανε

Αόριστος

εγώ παραξένεψα
εσύ παραξένεψες
αυτός/αυτή/αυτό παραξένεψε
εμείς παραξενέψαμε
εσείς παραξενέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραξένεψαν / παραξενέψαν / παραξενέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραξενεύω
εσύ θα παραξενεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραξενεύει
εμείς θα παραξενεύουμε
εσείς θα παραξενεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραξενεύουν / θα παραξενεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραξενέψω
εσύ θα παραξενέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραξενέψει
εμείς θα παραξενέψουμε
εσείς θα παραξενέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραξενέψουν / θα παραξενέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραξενέψω
εσύ να παραξενέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραξενέψει
εμείς να παραξενέψουμε
εσείς να παραξενέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραξενέψουν / παραξενέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραξενέψει
εσύ έχεις παραξενέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραξενέψει
εμείς έχουμε παραξενέψει
εσείς έχετε παραξενέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραξενέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραξενέψει
εσύ είχες παραξενέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραξενέψει
εμείς είχαμε παραξενέψει
εσείς είχατε παραξενέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραξενέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραξενέψει
εσύ θα έχεις παραξενέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραξενέψει
εμείς θα έχουμε παραξενέψει
εσείς θα έχετε παραξενέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραξενέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παραξένευε
(εσείς) παραξενεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραξένεψε
(εσείς) παραξενέψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραξενεύομαι
εσύ παραξενεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραξενεύεται
εμείς παραξενευόμαστε
εσείς παραξενεύεστε / παραξενευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραξενεύονται

Παρατατικός

εγώ παραξενευόμουν / παραξενευόμουνα
εσύ παραξενευόσουν / παραξενευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραξενευόταν / παραξενευότανε
εμείς παραξενευόμασταν / παραξενευόμαστε
εσείς παραξενευόσασταν / παραξενευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραξενεύονταν / παραξενευόντουσαν

Αόριστος

εγώ παραξενεύτηκα
εσύ παραξενεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραξενεύτηκε
εμείς παραξενευτήκαμε
εσείς παραξενευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραξενεύτηκαν / παραξενευτήκαν / παραξενευτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραξενεύομαι
εσύ θα παραξενεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραξενεύεται
εμείς θα παραξενευόμαστε
εσείς θα παραξενεύεστε / θα παραξενευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραξενεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραξενευτώ
εσύ θα παραξενευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραξενευτεί
εμείς θα παραξενευτούμε
εσείς θα παραξενευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραξενευτούν / θα παραξενευτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραξενευτώ
εσύ να παραξενευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραξενευτεί
εμείς να παραξενευτούμε
εσείς να παραξενευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραξενευτούν / παραξενευτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραξενευτεί
εσύ έχεις παραξενευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραξενευτεί
εμείς έχουμε παραξενευτεί
εσείς έχετε παραξενευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραξενευτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραξενευτεί
εσύ είχες παραξενευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραξενευτεί
εμείς είχαμε παραξενευτεί
εσείς είχατε παραξενευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραξενευτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραξενευτεί
εσύ θα έχεις παραξενευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραξενευτεί
εμείς θα έχουμε παραξενευτεί
εσείς θα έχετε παραξενευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραξενευτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παραξενεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραξενέψου
(εσείς) παραξενευτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παραξενεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παραξενέψει

Μετοχή παρακειμένου

παραξενεμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

παραξενέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παραξενευτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.