to step aside
Πλήρης κλίση του ρήματος παραμερίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραμερίζω
εσύ παραμερίζεις
αυτός/αυτή/αυτό παραμερίζει
εμείς παραμερίζουμε
εσείς παραμερίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραμερίζουν / παραμερίζουνε
Παρατατικός
εγώ παραμέριζα
εσύ παραμέριζες
αυτός/αυτή/αυτό παραμέριζε
εμείς παραμερίζαμε
εσείς παραμερίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραμέριζαν / παραμερίζαν / παραμερίζανε
Αόριστος
εγώ παραμέρισα
εσύ παραμέρισες
αυτός/αυτή/αυτό παραμέρισε
εμείς παραμερίσαμε
εσείς παραμερίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραμέρισαν / παραμερίσαν / παραμερίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραμερίζω
εσύ θα παραμερίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραμερίζει
εμείς θα παραμερίζουμε
εσείς θα παραμερίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραμερίζουν / θα παραμερίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραμερίσω
εσύ θα παραμερίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραμερίσει
εμείς θα παραμερίσουμε
εσείς θα παραμερίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραμερίσουν / θα παραμερίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραμερίσω
εσύ να παραμερίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραμερίσει
εμείς να παραμερίσουμε
εσείς να παραμερίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραμερίσουν / παραμερίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραμερίσει
εσύ έχεις παραμερίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραμερίσει
εμείς έχουμε παραμερίσει
εσείς έχετε παραμερίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραμερίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραμερίσει
εσύ είχες παραμερίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραμερίσει
εμείς είχαμε παραμερίσει
εσείς είχατε παραμερίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραμερίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραμερίσει
εσύ θα έχεις παραμερίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραμερίσει
εμείς θα έχουμε παραμερίσει
εσείς θα έχετε παραμερίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραμερίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παραμέριζε
(εσείς) παραμερίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραμέρισε
(εσείς) παραμερίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραμερίζομαι
εσύ παραμερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραμερίζεται
εμείς παραμεριζόμαστε
εσείς παραμερίζεστε / παραμεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραμερίζονται
Παρατατικός
εγώ παραμεριζόμουν / παραμεριζόμουνα
εσύ παραμεριζόσουν / παραμεριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραμεριζόταν / παραμεριζότανε
εμείς παραμεριζόμασταν / παραμεριζόμαστε
εσείς παραμεριζόσασταν / παραμεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραμερίζονταν / παραμεριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ παραμερίστηκα
εσύ παραμερίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραμερίστηκε
εμείς παραμεριστήκαμε
εσείς παραμεριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραμερίστηκαν / παραμεριστήκαν / παραμεριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραμερίζομαι
εσύ θα παραμερίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραμερίζεται
εμείς θα παραμεριζόμαστε
εσείς θα παραμερίζεστε / θα παραμεριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραμερίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραμεριστώ
εσύ θα παραμεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραμεριστεί
εμείς θα παραμεριστούμε
εσείς θα παραμεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραμεριστούν / θα παραμεριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραμεριστώ
εσύ να παραμεριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραμεριστεί
εμείς να παραμεριστούμε
εσείς να παραμεριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραμεριστούν / παραμεριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραμεριστεί
εσύ έχεις παραμεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραμεριστεί
εμείς έχουμε παραμεριστεί
εσείς έχετε παραμεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραμεριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραμεριστεί
εσύ είχες παραμεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραμεριστεί
εμείς είχαμε παραμεριστεί
εσείς είχατε παραμεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραμεριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραμεριστεί
εσύ θα έχεις παραμεριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραμεριστεί
εμείς θα έχουμε παραμεριστεί
εσείς θα έχετε παραμεριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραμεριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παραμερίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραμερίσου
(εσείς) παραμεριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παραμερίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παραμερίσει
Μετοχή παρακειμένου
παραμερισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παραμερίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραμεριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.