to paralyse (UK), paralyze (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος παραλύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραλύω
εσύ παραλύεις
αυτός/αυτή/αυτό παραλύει
εμείς παραλύουμε
εσείς παραλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραλύουν / παραλύουνε
Παρατατικός
εγώ παρέλυα
εσύ παρέλυες
αυτός/αυτή/αυτό παρέλυε
εμείς παραλύαμε
εσείς παραλύατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέλυαν / παραλύαν / παραλύανε
Αόριστος
εγώ παρέλυσα / παράλυσα
εσύ παρέλυσες / παράλυσε
αυτός/αυτή/αυτό παρέλυσε / παράλυσε
εμείς παραλύσαμε
εσείς παραλύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέλυσαν / παράλυσαν, παραλύσαν / παράλυσαν, παραλύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραλύω
εσύ θα παραλύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραλύει
εμείς θα παραλύουμε
εσείς θα παραλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραλύουν / θα παραλύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραλύσω
εσύ θα παραλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραλύσει
εμείς θα παραλύσουμε
εσείς θα παραλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραλύσουν / θα παραλύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραλύσω
εσύ να παραλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραλύσει
εμείς να παραλύσουμε
εσείς να παραλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραλύσουν / παραλύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραλύσει
εσύ έχεις παραλύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραλύσει
εμείς έχουμε παραλύσει
εσείς έχετε παραλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραλύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραλύσει
εσύ είχες παραλύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραλύσει
εμείς είχαμε παραλύσει
εσείς είχατε παραλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραλύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραλύσει
εσύ θα έχεις παραλύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραλύσει
εμείς θα έχουμε παραλύσει
εσείς θα έχετε παραλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραλύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παράλυε
(εσείς) παραλύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παράλυσε
(εσείς) παραλύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παραλύοντας / έχοντας παραλύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παραλυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παραλύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.