to be out of one's mind, lose one's mind (lose all sense of logic)
Πλήρης κλίση του ρήματος παραλογίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραλογίζομαι
εσύ παραλογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραλογίζεται
εμείς παραλογιζόμαστε
εσείς παραλογίζεστε / παραλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραλογίζονται
Παρατατικός
εγώ παραλογιζόμουν / παραλογιζόμουνα
εσύ παραλογιζόσουν / παραλογιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραλογιζόταν / παραλογιζότανε
εμείς παραλογιζόμασταν / παραλογιζόμαστε
εσείς παραλογιζόσασταν / παραλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραλογίζονταν / παραλογιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ παραλογίστηκα
εσύ παραλογίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραλογίστηκε
εμείς παραλογιστήκαμε
εσείς παραλογιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραλογίστηκαν / παραλογιστήκαν / παραλογιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραλογίζομαι
εσύ θα παραλογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραλογίζεται
εμείς θα παραλογιζόμαστε
εσείς θα παραλογίζεστε / θα παραλογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραλογίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραλογιστώ
εσύ θα παραλογιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραλογιστεί
εμείς θα παραλογιστούμε
εσείς θα παραλογιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραλογιστούν / θα παραλογιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραλογιστώ
εσύ να παραλογιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραλογιστεί
εμείς να παραλογιστούμε
εσείς να παραλογιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραλογιστούν / παραλογιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραλογιστεί
εσύ έχεις παραλογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραλογιστεί
εμείς έχουμε παραλογιστεί
εσείς έχετε παραλογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραλογιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραλογιστεί
εσύ είχες παραλογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραλογιστεί
εμείς είχαμε παραλογιστεί
εσείς είχατε παραλογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραλογιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραλογιστεί
εσύ θα έχεις παραλογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραλογιστεί
εμείς θα έχουμε παραλογιστεί
εσείς θα έχετε παραλογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραλογιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παραλογίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραλογίσου
(εσείς) παραλογιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραλογιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.