Κλίση του ρήματος παραλαβαίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παραλαβαίνω
alternative form of παραλαμβάνω (paralamváno)
Πλήρης κλίση του ρήματος παραλαβαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραλαβαίνω
εσύ παραλαβαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό παραλαβαίνει
εμείς παραλαβαίνουμε
εσείς παραλαβαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραλαβαίνουν / παραλαβαίνουνε

Παρατατικός

εγώ παραλάβαινα
εσύ παραλάβαινες
αυτός/αυτή/αυτό παραλάβαινε
εμείς παραλαβαίναμε
εσείς παραλαβαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραλάβαιναν / παραλαβαίναν / παραλαβαίνανε

Αόριστος

εγώ παράλαβα
εσύ παράλαβες
αυτός/αυτή/αυτό παράλαβε
εμείς παραλάβαμε
εσείς παραλάβατε
αυτοί/αυτές/αυτά παράλαβαν / παραλάβαν / παραλάβανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραλαβαίνω
εσύ θα παραλαβαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραλαβαίνει
εμείς θα παραλαβαίνουμε
εσείς θα παραλαβαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραλαβαίνουν / θα παραλαβαίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραλάβω
εσύ θα παραλάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραλάβει
εμείς θα παραλάβουμε
εσείς θα παραλάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραλάβουν / θα παραλάβουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραλάβω
εσύ να παραλάβεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραλάβει
εμείς να παραλάβουμε
εσείς να παραλάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραλάβουν / παραλάβουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραλάβει
εσύ έχεις παραλάβει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραλάβει
εμείς έχουμε παραλάβει
εσείς έχετε παραλάβει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραλάβει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραλάβει
εσύ είχες παραλάβει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραλάβει
εμείς είχαμε παραλάβει
εσείς είχατε παραλάβει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραλάβει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραλάβει
εσύ θα έχεις παραλάβει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραλάβει
εμείς θα έχουμε παραλάβει
εσείς θα έχετε παραλάβει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραλάβει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παραλάβαινε
(εσείς) παραλαβαίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παράλαβε
(εσείς) παραλάβετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παραλαβαίνοντας / έχοντας παραλάβει

Απαρέμφατο

παραλάβει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.