to hinder, impede, obstruct, prevent
Πλήρης κλίση του ρήματος παρακωλύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρακωλύω
εσύ παρακωλύεις
αυτός/αυτή/αυτό παρακωλύει
εμείς παρακωλύουμε
εσείς παρακωλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακωλύουν / παρακωλύουνε
Παρατατικός
εγώ παρακώλυα
εσύ παρακώλυες
αυτός/αυτή/αυτό παρακώλυε
εμείς παρακωλύαμε
εσείς παρακωλύατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακώλυαν / παρακωλύαν / παρακωλύανε
Αόριστος
εγώ παρακώλυσα
εσύ παρακώλυσες
αυτός/αυτή/αυτό παρακώλυσε
εμείς παρακωλύσαμε
εσείς παρακωλύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακώλυσαν / παρακωλύσαν / παρακωλύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρακωλύω
εσύ θα παρακωλύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακωλύει
εμείς θα παρακωλύουμε
εσείς θα παρακωλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακωλύουν / θα παρακωλύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακωλύσω
εσύ θα παρακωλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακωλύσει
εμείς θα παρακωλύσουμε
εσείς θα παρακωλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακωλύσουν / θα παρακωλύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρακωλύσω
εσύ να παρακωλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρακωλύσει
εμείς να παρακωλύσουμε
εσείς να παρακωλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρακωλύσουν / παρακωλύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρακωλύσει
εσύ έχεις παρακωλύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρακωλύσει
εμείς έχουμε παρακωλύσει
εσείς έχετε παρακωλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρακωλύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρακωλύσει
εσύ είχες παρακωλύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρακωλύσει
εμείς είχαμε παρακωλύσει
εσείς είχατε παρακωλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρακωλύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρακωλύσει
εσύ θα έχεις παρακωλύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρακωλύσει
εμείς θα έχουμε παρακωλύσει
εσείς θα έχετε παρακωλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρακωλύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παρακώλυε
(εσείς) παρακωλύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρακώλυσε
(εσείς) παρακωλύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρακωλύομαι
εσύ παρακωλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρακωλύεται
εμείς παρακωλυόμαστε
εσείς παρακωλύεστε / παρακωλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακωλύονται
Παρατατικός
εγώ παρακωλυόμουν / παρακωλυόμουνα
εσύ παρακωλυόσουν / παρακωλυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρακωλυόταν / παρακωλυότανε
εμείς παρακωλυόμασταν / παρακωλυόμαστε
εσείς παρακωλυόσασταν / παρακωλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακωλύονταν / παρακωλυόντουσαν
Αόριστος
εγώ παρακωλύθηκα
εσύ παρακωλύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρακωλύθηκε
εμείς παρακωλυθήκαμε
εσείς παρακωλυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακωλύθηκαν / παρακωλυθήκαν / παρακωλυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρακωλύομαι
εσύ θα παρακωλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακωλύεται
εμείς θα παρακωλυόμαστε
εσείς θα παρακωλύεστε / θα παρακωλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακωλύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακωλυθώ
εσύ θα παρακωλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακωλυθεί
εμείς θα παρακωλυθούμε
εσείς θα παρακωλυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακωλυθούν / θα παρακωλυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρακωλυθώ
εσύ να παρακωλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρακωλυθεί
εμείς να παρακωλυθούμε
εσείς να παρακωλυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρακωλυθούν / παρακωλυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρακωλυθεί
εσύ έχεις παρακωλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρακωλυθεί
εμείς έχουμε παρακωλυθεί
εσείς έχετε παρακωλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρακωλυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρακωλυθεί
εσύ είχες παρακωλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρακωλυθεί
εμείς είχαμε παρακωλυθεί
εσείς είχατε παρακωλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρακωλυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρακωλυθεί
εσύ θα έχεις παρακωλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρακωλυθεί
εμείς θα έχουμε παρακωλυθεί
εσείς θα έχετε παρακωλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρακωλυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρακωλύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρακωλύσου
(εσείς) παρακωλυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρακωλύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παρακωλύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παρακωλυόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
παρακωλυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παρακωλύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρακωλυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.