to oversleep (to sleep for longer than planned)
Πλήρης κλίση του ρήματος παρακοιμάμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρακοιμάμαι - παρακοιμούμαι
εσύ παρακοιμάσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρακοιμάται
εμείς παρακοιμόμαστε - παρακοιμούμαστε
εσείς παρακοιμάστε / παρακοιμόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακοιμούνται / παρακοιμόνται
Παρατατικός
εγώ παρακοιμόμουν / παρακοιμόμουνα
εσύ παρακοιμόσουν / παρακοιμόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παρακοιμόταν / παρακοιμότανε
εμείς παρακοιμόμασταν / - παρακοιμούμασταν
εσείς παρακοιμόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακοιμόνταν / παρακοιμόντανε / παρακοιμόντουσαν - παρακοιμούνταν
Αόριστος
εγώ παρακοιμήθηκα
εσύ παρακοιμήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρακοιμήθηκε
εμείς παρακοιμηθήκαμε
εσείς παρακοιμηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακοιμήθηκαν / παρακοιμηθήκαν / παρακοιμηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρακοιμάμαι - παρακοιμούμαι
εσύ θα παρακοιμάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακοιμάται
εμείς θα παρακοιμόμαστε - παρακοιμούμαστε
εσείς θα παρακοιμάστε / θα παρακοιμόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακοιμούνται / θα παρακοιμόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακοιμηθώ
εσύ θα παρακοιμηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακοιμηθεί
εμείς θα παρακοιμηθούμε
εσείς θα παρακοιμηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακοιμηθούν / θα παρακοιμηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρακοιμηθώ
εσύ να παρακοιμηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρακοιμηθεί
εμείς να παρακοιμηθούμε
εσείς να παρακοιμηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρακοιμηθούν / παρακοιμηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρακοιμηθεί
εσύ έχεις παρακοιμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρακοιμηθεί
εμείς έχουμε παρακοιμηθεί
εσείς έχετε παρακοιμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρακοιμηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρακοιμηθεί
εσύ είχες παρακοιμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρακοιμηθεί
εμείς είχαμε παρακοιμηθεί
εσείς είχατε παρακοιμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρακοιμηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρακοιμηθεί
εσύ θα έχεις παρακοιμηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρακοιμηθεί
εμείς θα έχουμε παρακοιμηθεί
εσείς θα έχετε παρακοιμηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρακοιμηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρακοιμάστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρακοιμήσου
(εσείς) παρακοιμηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρακοιμηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.