to bypass, skip, override
Πλήρης κλίση του ρήματος παρακάμπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρακάμπτω
εσύ παρακάμπτεις
αυτός/αυτή/αυτό παρακάμπτει
εμείς παρακάμπτουμε
εσείς παρακάμπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακάμπτουν / παρακάμπτουνε
Παρατατικός
εγώ παρέκαμπτα
εσύ παρέκαμπτες
αυτός/αυτή/αυτό παρέκαμπτε
εμείς παρακάμπταμε
εσείς παρακάμπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέκαμπταν / παρακάμπταν / παρακάμπτανε
Αόριστος
εγώ παρέκαμψα
εσύ παρέκαμψες
αυτός/αυτή/αυτό παρέκαμψε
εμείς παρακάμψαμε
εσείς παρακάμψατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέκαμψαν / παρακάμψαν / παρακάμψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρακάμπτω
εσύ θα παρακάμπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακάμπτει
εμείς θα παρακάμπτουμε
εσείς θα παρακάμπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακάμπτουν / θα παρακάμπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακάμψω
εσύ θα παρακάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακάμψει
εμείς θα παρακάμψουμε
εσείς θα παρακάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακάμψουν / θα παρακάμψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρακάμψω
εσύ να παρακάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρακάμψει
εμείς να παρακάμψουμε
εσείς να παρακάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρακάμψουν / παρακάμψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρακάμψει
εσύ έχεις παρακάμψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρακάμψει
εμείς έχουμε παρακάμψει
εσείς έχετε παρακάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρακάμψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρακάμψει
εσύ είχες παρακάμψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρακάμψει
εμείς είχαμε παρακάμψει
εσείς είχατε παρακάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρακάμψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρακάμψει
εσύ θα έχεις παρακάμψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρακάμψει
εμείς θα έχουμε παρακάμψει
εσείς θα έχετε παρακάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρακάμψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παράκαμπτε
(εσείς) παρακάμπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παράκαμψε
(εσείς) παρακάμψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρακάμπτομαι
εσύ παρακάμπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρακάμπτεται
εμείς παρακαμπτόμαστε
εσείς παρακάμπτεστε / παρακάμπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακάμπτονται
Παρατατικός
εμείς παρακαμπτόμασταν / παρακαμπτόμαστε
εσείς παρακαμπτόσασταν / παρακαμπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακάμπτονταν
Αόριστος
εγώ παρακάμφθηκα
εσύ παρακάμφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παρακάμφθηκε
εμείς παρακαμφθήκαμε
εσείς παρακαμφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρακάμφθηκαν / παρακαμφθήκαν / παρακαμφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρακάμπτομαι
εσύ θα παρακάμπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακάμπτεται
εμείς θα παρακαμπτόμαστε
εσείς θα παρακάμπτεστε / θα παρακάμπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακάμπτονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακαμφθώ
εσύ θα παρακαμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παρακαμφθεί
εμείς θα παρακαμφθούμε
εσείς θα παρακαμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρακαμφθούν / θα παρακαμφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παρακαμφθώ
εσύ να παρακαμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παρακαμφθεί
εμείς να παρακαμφθούμε
εσείς να παρακαμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρακαμφθούν / παρακαμφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παρακαμφθεί
εσύ έχεις παρακαμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρακαμφθεί
εμείς έχουμε παρακαμφθεί
εσείς έχετε παρακαμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρακαμφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρακαμφθεί
εσύ είχες παρακαμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρακαμφθεί
εμείς είχαμε παρακαμφθεί
εσείς είχατε παρακαμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρακαμφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρακαμφθεί
εσύ θα έχεις παρακαμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρακαμφθεί
εμείς θα έχουμε παρακαμφθεί
εσείς θα έχετε παρακαμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρακαμφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρακάμπτεστε / παρακάμπτεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρακάμψου
(εσείς) παρακαμφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παρακάμπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παρακάμψει
Απαρέμφατο
παρακάμψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρακαμφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.