Κλίση του ρήματος παραγκωνίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παραγκωνίζω
to sideline, to push aside, to put aside
Πλήρης κλίση του ρήματος παραγκωνίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραγκωνίζω
εσύ παραγκωνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό παραγκωνίζει
εμείς παραγκωνίζουμε
εσείς παραγκωνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγκωνίζουν / παραγκωνίζουνε

Παρατατικός

εγώ παραγκώνιζα
εσύ παραγκώνιζες
αυτός/αυτή/αυτό παραγκώνιζε
εμείς παραγκωνίζαμε
εσείς παραγκωνίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγκώνιζαν / παραγκωνίζαν / παραγκωνίζανε

Αόριστος

εγώ παραγκώνισα
εσύ παραγκώνισες
αυτός/αυτή/αυτό παραγκώνισε
εμείς παραγκωνίσαμε
εσείς παραγκωνίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγκώνισαν / παραγκωνίσαν / παραγκωνίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραγκωνίζω
εσύ θα παραγκωνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγκωνίζει
εμείς θα παραγκωνίζουμε
εσείς θα παραγκωνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγκωνίζουν / θα παραγκωνίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραγκωνίσω
εσύ θα παραγκωνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγκωνίσει
εμείς θα παραγκωνίσουμε
εσείς θα παραγκωνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγκωνίσουν / θα παραγκωνίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραγκωνίσω
εσύ να παραγκωνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραγκωνίσει
εμείς να παραγκωνίσουμε
εσείς να παραγκωνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραγκωνίσουν / παραγκωνίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραγκωνίσει
εσύ έχεις παραγκωνίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραγκωνίσει
εμείς έχουμε παραγκωνίσει
εσείς έχετε παραγκωνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραγκωνίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραγκωνίσει
εσύ είχες παραγκωνίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραγκωνίσει
εμείς είχαμε παραγκωνίσει
εσείς είχατε παραγκωνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραγκωνίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραγκωνίσει
εσύ θα έχεις παραγκωνίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραγκωνίσει
εμείς θα έχουμε παραγκωνίσει
εσείς θα έχετε παραγκωνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραγκωνίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παραγκώνιζε
(εσείς) παραγκωνίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραγκώνισε
(εσείς) παραγκωνίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραγκωνίζομαι
εσύ παραγκωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραγκωνίζεται
εμείς παραγκωνιζόμαστε
εσείς παραγκωνίζεστε / παραγκωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγκωνίζονται

Παρατατικός

εγώ παραγκωνιζόμουν / παραγκωνιζόμουνα
εσύ παραγκωνιζόσουν / παραγκωνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραγκωνιζόταν / παραγκωνιζότανε
εμείς παραγκωνιζόμασταν / παραγκωνιζόμαστε
εσείς παραγκωνιζόσασταν / παραγκωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγκωνίζονταν / παραγκωνιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ παραγκωνίστηκα
εσύ παραγκωνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραγκωνίστηκε
εμείς παραγκωνιστήκαμε
εσείς παραγκωνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγκωνίστηκαν / παραγκωνιστήκαν / παραγκωνιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραγκωνίζομαι
εσύ θα παραγκωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγκωνίζεται
εμείς θα παραγκωνιζόμαστε
εσείς θα παραγκωνίζεστε / θα παραγκωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγκωνίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραγκωνιστώ
εσύ θα παραγκωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγκωνιστεί
εμείς θα παραγκωνιστούμε
εσείς θα παραγκωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγκωνιστούν / θα παραγκωνιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραγκωνιστώ
εσύ να παραγκωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραγκωνιστεί
εμείς να παραγκωνιστούμε
εσείς να παραγκωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραγκωνιστούν / παραγκωνιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραγκωνιστεί
εσύ έχεις παραγκωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραγκωνιστεί
εμείς έχουμε παραγκωνιστεί
εσείς έχετε παραγκωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραγκωνιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραγκωνιστεί
εσύ είχες παραγκωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραγκωνιστεί
εμείς είχαμε παραγκωνιστεί
εσείς είχατε παραγκωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραγκωνιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραγκωνιστεί
εσύ θα έχεις παραγκωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραγκωνιστεί
εμείς θα έχουμε παραγκωνιστεί
εσείς θα έχετε παραγκωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραγκωνιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παραγκωνίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παραγκωνίσου
(εσείς) παραγκωνιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παραγκωνίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παραγκωνίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

παραγκωνιζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

παραγκωνισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

παραγκωνίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παραγκωνιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.