to become too much of
Πλήρης κλίση του ρήματος παραγίνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραγίνομαι
εσύ παραγίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραγίνεται
εμείς παραγινόμαστε
εσείς παραγίνεστε / παραγινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγίνονται
Παρατατικός
εγώ παραγινόμουν / παραγινόμουνα
εσύ παραγινόσουν / παραγινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραγινόταν / παραγινότανε
εμείς παραγινόμασταν / ‑όμαστε
εσείς παραγινόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραγίνονταν / παραγινόντουσαν
Αόριστος
εγώ παράγινα / παραέγινα / παραγίνηκα
εσύ παράγινες / παραέγινες / παραγίνηκες
αυτός/αυτή/αυτό παράγινε / παραέγινε / παραγίνηκε
εμείς παραγίναμε / παραγινήκαμε
εσείς παραγίνατε / παραγινήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παράγιναν / παραγίναν / παραγίνανε / παραέγιναν / παραγίνηκαν / παραγινήκαν / παραγινήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραγίνομαι
εσύ θα παραγίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγίνεται
εμείς θα παραγινόμαστε
εσείς θα παραγίνεστε / θα παραγινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραγίνω
εσύ θα παραγίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγίνει
εμείς θα παραγίνουμε
εσείς θα παραγίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγίνουν / θα παραγίνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραγίνω
εσύ να παραγίνεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραγίνει
εμείς να παραγίνουμε
εσείς να παραγίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραγίνουν / παραγίνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραγίνει
εσύ έχεις παραγίνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραγίνει
εμείς έχουμε παραγίνει
εσείς έχετε παραγίνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραγίνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραγίνει
εσύ είχες παραγίνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραγίνει
εμείς είχαμε παραγίνει
εσείς είχατε παραγίνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραγίνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραγίνει
εσύ θα έχεις παραγίνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραγίνει
εμείς θα έχουμε παραγίνει
εσείς θα έχετε παραγίνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραγίνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παραγίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) παραγίνετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παραγινωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραγίνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.