2 διαφορετικά ρήματα « παραβλέπω »:
παραβλέπω — to turn a blind eye to, shut one's eyes · παραβλέπω — to see or meet very often
to turn a blind eye to, shut one's eyes to (to deliberately overlook)
Πλήρης κλίση του ρήματος παραβλέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραβλέπω
εσύ παραβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό παραβλέπει
εμείς παραβλέπουμε
εσείς παραβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέπουν / παραβλέπουνε
Παρατατικός
εγώ παρέβλεπα / παράβλεπα
εσύ παρέβλεπες / παράβλεπες
αυτός/αυτή/αυτό παρέβλεπε / παράβλεπε
εμείς παραβλέπαμε
εσείς παραβλέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέβλεπαν / παραβλέπαν / παραβλέπανε / παράβλεπαν
Αόριστος
εγώ παρέβλεψα
εσύ παρέβλεψες
αυτός/αυτή/αυτό παρέβλεψε
εμείς παραβλέψαμε
εσείς παραβλέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέβλεψαν / παραβλέψαν / παραβλέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραβλέπω
εσύ θα παραβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβλέπει
εμείς θα παραβλέπουμε
εσείς θα παραβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβλέπουν / θα παραβλέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραβλέψω
εσύ θα παραβλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβλέψει
εμείς θα παραβλέψουμε
εσείς θα παραβλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβλέψουν / θα παραβλέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραβλέψω
εσύ να παραβλέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραβλέψει
εμείς να παραβλέψουμε
εσείς να παραβλέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραβλέψουν / παραβλέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραβλέψει
εσύ έχεις παραβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραβλέψει
εμείς έχουμε παραβλέψει
εσείς έχετε παραβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραβλέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραβλέψει
εσύ είχες παραβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραβλέψει
εμείς είχαμε παραβλέψει
εσείς είχατε παραβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραβλέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραβλέψει
εσύ θα έχεις παραβλέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραβλέψει
εμείς θα έχουμε παραβλέψει
εσείς θα έχετε παραβλέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραβλέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παράβλεπε
(εσείς) παραβλέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παράβλεψε
(εσείς) παραβλέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραβλέπομαι
εσύ παραβλέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραβλέπεται
εμείς παραβλεπόμαστε
εσείς παραβλέπεστε / παραβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέπονται
Παρατατικός
εγώ παραβλεπόμουν / παραβλεπόμουνα
εσύ παραβλεπόσουν / παραβλεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραβλεπόταν / παραβλεπότανε
εμείς παραβλεπόμασταν / παραβλεπόμαστε
εσείς παραβλεπόσασταν / παραβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέπονταν / παραβλεπόντουσαν
Αόριστος
εγώ παραβλέφθηκα
εσύ παραβλέφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραβλέφθηκε
εμείς παραβλεφθήκαμε
εσείς παραβλεφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέφθηκαν / παραβλεφθήκαν / παραβλεφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραβλέπομαι
εσύ θα παραβλέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβλέπεται
εμείς θα παραβλεπόμαστε
εσείς θα παραβλέπεστε / θα παραβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβλέπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραβλεφθώ
εσύ θα παραβλεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβλεφθεί
εμείς θα παραβλεφθούμε
εσείς θα παραβλεφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβλεφθούν / θα παραβλεφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραβλεφθώ
εσύ να παραβλεφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραβλεφθεί
εμείς να παραβλεφθούμε
εσείς να παραβλεφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραβλεφθούν / παραβλεφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραβλεφθεί
εσύ έχεις παραβλεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραβλεφθεί
εμείς έχουμε παραβλεφθεί
εσείς έχετε παραβλεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραβλεφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραβλεφθεί
εσύ είχες παραβλεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραβλεφθεί
εμείς είχαμε παραβλεφθεί
εσείς είχατε παραβλεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραβλεφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραβλεφθεί
εσύ θα έχεις παραβλεφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραβλεφθεί
εμείς θα έχουμε παραβλεφθεί
εσείς θα έχετε παραβλεφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραβλεφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παραβλέπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραβλέψου
(εσείς) παραβλεφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παραβλέποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παραβλέψει
Απαρέμφατο
παραβλέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραβλεφθεί
to see or meet very often
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραβλέπω
εσύ παραβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό παραβλέπει
εμείς παραβλέπουμε
εσείς παραβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέπουν / παραβλέπουνε
Παρατατικός
εγώ παραέβλεπα
εσύ παραέβλεπες
αυτός/αυτή/αυτό παραέβλεπε
εμείς παραβλέπαμε
εσείς παραβλέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραέβλεπαν / παραβλέπαν / παραβλέπανε
Αόριστος
εγώ παραείδα
εσύ παραείδες
αυτός/αυτή/αυτό παραείδε
εμείς παραείδαμε
εσείς παραείδατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραείδαν / παραείδανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραβλέπω
εσύ θα παραβλέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβλέπει
εμείς θα παραβλέπουμε
εσείς θα παραβλέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβλέπουν / θα παραβλέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραδώ
εσύ θα παραδείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραδεί
εμείς θα παραδούμε
εσείς θα παραδείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραδούν / θα παραδούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραδώ
εσύ να παραδείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραδεί
εμείς να παραδούμε
εσείς να παραδείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραδούν / παραδούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραδεί
εσύ έχεις παραδεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραδεί
εμείς έχουμε παραδεί
εσείς έχετε παραδεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραδεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραδεί
εσύ είχες παραδεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραδεί
εμείς είχαμε παραδεί
εσείς είχατε παραδεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραδεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραδεί
εσύ θα έχεις παραδεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραδεί
εμείς θα έχουμε παραδεί
εσείς θα έχετε παραδεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραδεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παράβλεπε
(εσείς) παραβλέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραδές
(εσείς) παραδείτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παραβλέπομαι
εσύ παραβλέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραβλέπεται
εμείς παραβλεπόμαστε
εσείς παραβλέπεστε / παραβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέπονται
Παρατατικός
εγώ παραβλεπόμουν / παραβλεπόμουνα
εσύ παραβλεπόσουν / παραβλεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραβλεπόταν / παραβλεπότανε
εμείς παραβλεπόμασταν / παραβλεπόμαστε
εσείς παραβλεπόσασταν / παραβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλέπονταν / παραβλεπόντουσαν
Αόριστος
εγώ παραειδώθηκα
εσύ παραειδώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραειδώθηκε
εμείς παραειδωθήκαμε
εσείς παραειδωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραειδώθηκαν / παραειδωθήκαν / παραειδωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παραβλέπομαι
εσύ θα παραβλέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβλέπεται
εμείς θα παραβλεπόμαστε
εσείς θα παραβλέπεστε / θα παραβλεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβλέπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραειδωθώ
εσύ θα παραειδωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραειδωθεί
εμείς θα παραειδωθούμε
εσείς θα παραειδωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραειδωθούν / θα παραειδωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραειδωθώ
εσύ να παραειδωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραειδωθεί
εμείς να παραειδωθούμε
εσείς να παραειδωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραειδωθούν / παραειδωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραειδωθεί
εσύ έχεις παραειδωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραειδωθεί
εμείς έχουμε παραειδωθεί
εσείς έχετε παραειδωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραειδωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραειδωθεί
εσύ είχες παραειδωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραειδωθεί
εμείς είχαμε παραειδωθεί
εσείς είχατε παραειδωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραειδωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραειδωθεί
εσύ θα έχεις παραειδωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραειδωθεί
εμείς θα έχουμε παραειδωθεί
εσείς θα έχετε παραειδωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραειδωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παραβλέπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) παραειδωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παραβλέποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παραδει
Μετοχή παρακειμένου
παραϊδωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παραδεί
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραειδωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.