Κλίση του ρήματος παραβάλλω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παραβάλλω
to compare
Πλήρης κλίση του ρήματος παραβάλλω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραβάλλω
εσύ παραβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό παραβάλλει
εμείς παραβάλλουμε
εσείς παραβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβάλλουν / παραβάλλουνε

Παρατατικός

εγώ παρέβαλλα
εσύ παρέβαλλες
αυτός/αυτή/αυτό παρέβαλλε
εμείς παραβάλλαμε
εσείς παραβάλλατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέβαλλαν / παραβάλλαν / παραβάλλανε

Αόριστος

εγώ παρέβαλα
εσύ παρέβαλες
αυτός/αυτή/αυτό παρέβαλε
εμείς παραβάλαμε
εσείς παραβάλατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέβαλαν / παραβάλαν / παραβάλανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραβάλλω
εσύ θα παραβάλλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβάλλει
εμείς θα παραβάλλουμε
εσείς θα παραβάλλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβάλλουν / θα παραβάλλουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραβάλω
εσύ θα παραβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβάλει
εμείς θα παραβάλουμε
εσείς θα παραβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβάλουν / θα παραβάλουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραβάλω
εσύ να παραβάλεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραβάλει
εμείς να παραβάλουμε
εσείς να παραβάλετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραβάλουν / παραβάλουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραβάλει
εσύ έχεις παραβάλει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραβάλει
εμείς έχουμε παραβάλει
εσείς έχετε παραβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραβάλει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραβάλει
εσύ είχες παραβάλει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραβάλει
εμείς είχαμε παραβάλει
εσείς είχατε παραβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραβάλει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραβάλει
εσύ θα έχεις παραβάλει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραβάλει
εμείς θα έχουμε παραβάλει
εσείς θα έχετε παραβάλει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραβάλει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παράβαλλε
(εσείς) παραβάλλετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παράβαλε
(εσείς) παραβάλετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παραβάλλομαι
εσύ παραβάλλεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παραβάλλεται
εμείς παραβαλλόμαστε
εσείς παραβάλλεστε / παραβαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβάλλονται

Παρατατικός

εγώ παραβαλλόμουν / παραβαλλόμουνα
εσύ παραβαλλόσουν / παραβαλλόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραβαλλόταν / παραβαλλότανε
εμείς παραβαλλόμασταν / παραβαλλόμαστε
εσείς παραβαλλόσασταν / παραβαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβάλλονταν / παραβαλλόντουσαν

Αόριστος

εγώ παραβλήθηκα
εσύ παραβλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παραβλήθηκε
εμείς παραβληθήκαμε
εσείς παραβληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παραβλήθηκαν / παραβληθήκαν / παραβληθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παραβάλλομαι
εσύ θα παραβάλλεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβάλλεται
εμείς θα παραβαλλόμαστε
εσείς θα παραβάλλεστε / θα παραβαλλόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβάλλονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παραβληθώ
εσύ θα παραβληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραβληθεί
εμείς θα παραβληθούμε
εσείς θα παραβληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραβληθούν / θα παραβληθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παραβληθώ
εσύ να παραβληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραβληθεί
εμείς να παραβληθούμε
εσείς να παραβληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραβληθούν / παραβληθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παραβληθεί
εσύ έχεις παραβληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραβληθεί
εμείς έχουμε παραβληθεί
εσείς έχετε παραβληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραβληθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παραβληθεί
εσύ είχες παραβληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραβληθεί
εμείς είχαμε παραβληθεί
εσείς είχατε παραβληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραβληθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παραβληθεί
εσύ θα έχεις παραβληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραβληθεί
εμείς θα έχουμε παραβληθεί
εσείς θα έχετε παραβληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραβληθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) παραβάλλεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) παραβληθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παραβάλλοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας παραβάλει

Μετοχή παρακειμένου

‑η

Απαρέμφατο

παραβάλει

Απαρέμφατο (παθητικό)

παραβληθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.