to be present, to be in attendance, to attend
Πλήρης κλίση του ρήματος παρίσταμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρίσταμαι
εσύ παρίστασαι
αυτός/αυτή/αυτό παρίσταται
εμείς παριστάμεθα
εσείς παρίστασθε
αυτοί/αυτές/αυτά παρίστανται
Παρατατικός
εγώ παριστάμην
εσύ παρίστασο
αυτός/αυτή/αυτό παρίστατο
εμείς παριστάμεθα
εσείς παρίστασθε
αυτοί/αυτές/αυτά παρίσταντο
Αόριστος
εγώ παρέστην
εσύ παρέστης
αυτός/αυτή/αυτό παρέστη
εμείς παρέστημεν
εσείς παρέστητε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέστησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρίσταμαι
εσύ θα παρίστασαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρίσταται
εμείς θα παριστάμεθα
εσείς θα παρίστασθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρίστανται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραστώ
εσύ θα παραστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραστεί
εμείς θα παραστούμε
εσείς θα παραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραστούν / θα παραστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραστώ
εσύ να παραστείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραστεί
εμείς να παραστούμε
εσείς να παραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραστούν / παραστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραστεί
εσύ έχεις παραστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραστεί
εμείς έχουμε παραστεί
εσείς έχετε παραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραστεί
εσύ είχες παραστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραστεί
εμείς είχαμε παραστεί
εσείς είχατε παραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραστεί
εσύ θα έχεις παραστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραστεί
εμείς θα έχουμε παραστεί
εσείς θα έχετε παραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παρίστασο
(εσείς) παρίστασθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραστήσου
(εσείς) παραστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παριστάμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.