to go (pass) by, glide away
Πλήρης κλίση του ρήματος παρέρχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παρέρχομαι
εσύ παρέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παρέρχεται
εμείς παρερχόμαστε
εσείς παρέρχεστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέρχονται
Παρατατικός
εγώ παρερχόμουν
εσύ παρερχόσουν
αυτός/αυτή/αυτό παρερχόταν
εμείς παρερχόμασταν / -όμαστε
εσείς παρερχόσασταν / -όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παρέρχονταν
Αόριστος
εγώ παρήλθα
εσύ παρήλθες
αυτός/αυτή/αυτό παρήλθε
εμείς παρήλθαμε
εσείς παρήλθατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρήλθαν / παρήλθανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παρέρχομαι
εσύ θα παρέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παρέρχεται
εμείς θα παρερχόμαστε
εσείς θα παρέρχεστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρέρχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρέλθω
εσύ θα παρέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παρέλθει
εμείς θα παρέλθουμε
εσείς θα παρέλθετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παρέλθουν
Υποτακτική (να)
εγώ να παρέλθω
εσύ να παρέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό να παρέλθει
εμείς να παρέλθουμε
εσείς να παρέλθετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παρέλθουν
Παρακείμενος
εγώ έχω παρέλθει
εσύ έχεις παρέλθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παρέλθει
εμείς έχουμε παρέλθει
εσείς έχετε παρέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παρέλθει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παρέλθει
εσύ είχες παρέλθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παρέλθει
εμείς είχαμε παρέλθει
εσείς είχατε παρέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παρέλθει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παρέλθει
εσύ θα έχεις παρέλθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παρέλθει
εμείς θα έχουμε παρέλθει
εσείς θα έχετε παρέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παρέλθει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παρέρχεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) παρέλθετε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
παρέλθει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.