to produce, generate
Πλήρης κλίση του ρήματος παράγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παράγω
εσύ παράγεις
αυτός/αυτή/αυτό παράγει
εμείς παράγουμε
εσείς παράγετε
αυτοί/αυτές/αυτά παράγουν / παράγουνε
Παρατατικός
εγώ παρήγα
εσύ παρήγες
αυτός/αυτή/αυτό παρήγε
εμείς παράγαμε
εσείς παράγατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρήγαν / παράγαν / παράγανε
Αόριστος
εγώ παρήγαγα
εσύ παρήγαγες
αυτός/αυτή/αυτό παρήγαγε
εμείς παραγάγαμε
εσείς παραγάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά παρήγαγαν / παραγάγαν / παραγάγανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παράγω
εσύ θα παράγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παράγει
εμείς θα παράγουμε
εσείς θα παράγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παράγουν / θα παράγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραγάγω
εσύ θα παραγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παραγάγει
εμείς θα παραγάγουμε
εσείς θα παραγάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραγάγουν / θα παραγάγουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραγάγω
εσύ να παραγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό να παραγάγει
εμείς να παραγάγουμε
εσείς να παραγάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραγάγουν / παραγάγουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραγάγει
εσύ έχεις παραγάγει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραγάγει
εμείς έχουμε παραγάγει
εσείς έχετε παραγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραγάγει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραγάγει
εσύ είχες παραγάγει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραγάγει
εμείς είχαμε παραγάγει
εσείς είχατε παραγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραγάγει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραγάγει
εσύ θα έχεις παραγάγει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραγάγει
εμείς θα έχουμε παραγάγει
εσείς θα έχετε παραγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραγάγει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) παρήγε
(εσείς) παράγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παρήγαγε
(εσείς) παραγάγτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ παράγομαι
εσύ παράγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό παράγεται
εμείς παραγόμαστε
εσείς παράγεστε / παραγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παράγονται
Παρατατικός
εγώ παραγόμουν / παραγόμουνα
εσύ παραγόσουν / παραγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό παραγόταν / παραγότανε
εμείς παραγόμασταν / παραγόμαστε
εσείς παραγόσασταν / παραγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά παράγονταν / παραγόντουσαν
Αόριστος
εγώ παράχθηκα
εσύ παράχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό παράχθηκε
εμείς παραχθήκαμε
εσείς παραχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά παράχθηκαν / παραχθήκαν / παραχθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα παράγομαι
εσύ θα παράγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα παράγεται
εμείς θα παραγόμαστε
εσείς θα παράγεστε / θα παραγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παράγονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραχθώ
εσύ θα παραχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα παραχθεί
εμείς θα παραχθούμε
εσείς θα παραχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παραχθούν / θα παραχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να παραχθώ
εσύ να παραχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να παραχθεί
εμείς να παραχθούμε
εσείς να παραχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να παραχθούν / παραχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω παραχθεί
εσύ έχεις παραχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει παραχθεί
εμείς έχουμε παραχθεί
εσείς έχετε παραχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παραχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα παραχθεί
εσύ είχες παραχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε παραχθεί
εμείς είχαμε παραχθεί
εσείς είχατε παραχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παραχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω παραχθεί
εσύ θα έχεις παραχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παραχθεί
εμείς θα έχουμε παραχθεί
εσείς θα έχετε παραχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παραχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) παράγεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) παραγάγου
(εσείς) παραχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
παράγοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας παραγάγει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
παραγόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
παραγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
παραγάγει
Απαρέμφατο (παθητικό)
παραχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.