Κλίση του ρήματος παπαγαλίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

παπαγαλίζω
to parrot, repeat parrot fashion
Πλήρης κλίση του ρήματος παπαγαλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ παπαγαλίζω
εσύ παπαγαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό παπαγαλίζει
εμείς παπαγαλίζουμε
εσείς παπαγαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά παπαγαλίζουν / παπαγαλίζουνε

Παρατατικός

εγώ παπαγάλιζα
εσύ παπαγάλιζες
αυτός/αυτή/αυτό παπαγάλιζε
εμείς παπαγαλίζαμε
εσείς παπαγαλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά παπαγάλιζαν / παπαγαλίζαν / παπαγαλίζανε

Αόριστος

εγώ παπαγάλισα
εσύ παπαγάλισες
αυτός/αυτή/αυτό παπαγάλισε
εμείς παπαγαλίσαμε
εσείς παπαγαλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά παπαγάλισαν / παπαγαλίσαν / παπαγαλίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα παπαγαλίζω
εσύ θα παπαγαλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παπαγαλίζει
εμείς θα παπαγαλίζουμε
εσείς θα παπαγαλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παπαγαλίζουν / θα παπαγαλίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα παπαγαλίσω
εσύ θα παπαγαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα παπαγαλίσει
εμείς θα παπαγαλίσουμε
εσείς θα παπαγαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα παπαγαλίσουν / θα παπαγαλίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να παπαγαλίσω
εσύ να παπαγαλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να παπαγαλίσει
εμείς να παπαγαλίσουμε
εσείς να παπαγαλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να παπαγαλίσουν / παπαγαλίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω παπαγαλίσει
εσύ έχεις παπαγαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει παπαγαλίσει
εμείς έχουμε παπαγαλίσει
εσείς έχετε παπαγαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν παπαγαλίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα παπαγαλίσει
εσύ είχες παπαγαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε παπαγαλίσει
εμείς είχαμε παπαγαλίσει
εσείς είχατε παπαγαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν παπαγαλίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω παπαγαλίσει
εσύ θα έχεις παπαγαλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει παπαγαλίσει
εμείς θα έχουμε παπαγαλίσει
εσείς θα έχετε παπαγαλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν παπαγαλίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) παπαγάλιζε
(εσείς) παπαγαλίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) παπαγάλισε
(εσείς) παπαγαλίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

παπαγαλίζοντας / έχοντας παπαγαλίσει

Απαρέμφατο

παπαγαλίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.